Ραγδαίες και ουσιαστικότατες αλλαγές σημειώνονται στη ρωσική πετρελαϊκή σκηνή μετά από τον πόλεμο του Ιράκ. H Μόσχα αποφάσισε την εβδομάδα αυτή να καταργήσει το μονοπωλιακό δικαίωμα που διατηρούσε, μέσω της κρατικής εταιρείας Transneft, για την ιδιοκτησία και τον έλεγχο των αγωγών πετρελαίου, που διασχίζουν τη ρωσική επικράτεια. Υποκλινόμενη στο αίτημα ιδιωτικών ρωσικών πετρελαϊκών εταιρειών, η κυβέρνηση Πούτιν κρίνει ότι ήρθε η ώρα να αναπτύξει την εξαγωγική ικανότητα της χώρας, επιτρέποντας την ανάπτυξη αγωγού πετρελαίου που θα συνδέσει τη Δυτική Σιβηρία με το λιμάνι του Μουρμάνσκ, καθώς και την εξέλιξη του τελευταίου σε εξαγωγικό τέρμιναλ αξιώσεων.
Ικανοποίηση εταιρειών
Πετρελαϊκές εταιρείες, όπως η YUKOS, LUKOIL, Sibneft και η ρωσική συνεταίρος της BP, η TNK, χαιρέτισαν την απόφαση της κυβέρνησης Πούτιν. Οι εν λόγω, καθώς και άλλες, μικρότερες πετρελαϊκές εταιρείες, έχουν αναπτύξει ικανότητα άντλησης μεγάλων ποσοτήτων πετρελαίου, το οποίο δυσκολεύονται, ωστόσο, να διοχετεύσουν στις προσοδοφόρες δυτικές αγορές, λόγω των ελλειμματικών υποδομών μεταφοράς του προϊόντος. H Ρωσία παράγει ήδη 8,2 εκατομμύρια βαρέλια αργού ημερησίως και οι πετρελαϊκές εταιρείες σχεδιάζουν την αύξηση της παραγωγής τους στα 10 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα, μέσα στα επόμενα χρόνια.
Ωστόσο, η δυνατότητα εξαγωγής του προϊόντος περιορίζεται στα 2 εκατομμύρια βαρέλια αργού ημερησίως συν 2 εκατομμύρια βαρέλια διυλισμένων προϊόντων, με τις πετρελαϊκές εταιρείες να υποστηρίζουν ότι απαιτείται η ανάπτυξη συμπληρωματικής εξαγωγικής δυνατότητας τουλάχιστον άλλων τριών εκατομμυρίων βαρελιών των προαναφερόμενων προϊόντων ημερησίως. Αναλυτές υποστηρίζουν ότι η απόφαση της ρωσικής κυβέρνησης αποκαλύπτει ότι είναι πλέον έτοιμη να αντιμετωπίσει την κατάσταση με ρεαλισμό, στην προσπάθεια της Ρωσίας να ανταγωνισθεί τη μεγαλύτερη σήμερα εξαγωγέα πετρελαίου, τη Σαουδική Αραβία. Τόνιζαν επίσης ότι έχει γίνει συνείδηση για τη ρωσική κυβέρνηση το γεγονός ότι ο πετρελαϊκός κλάδος έχει ανάγκη νέων επενδύσεων, που μπορούν να προέλθουν και να υλοποιηθούν γρήγορα από τον ιδιωτικό τομέα, ενώ η χώρα έχει μόνον να οφεληθεί από την αύξηση των εξαγωγών μέσω της αύξησης των εσόδων στα δημόσια ταμεία.
Αστάθμιστος παράγοντας
Με τον ΟΠΕΚ να αποτελεί σήμερα τον κύριο ρυθμιστικό παράγοντα στη διεθνή αγορά του πετρελαίου και τη Ρωσία να παραμένει εκτός καρτέλ, οι ανακατατάξεις στην παγκόσμια πετρελαϊκή σκηνή αλλά και η χάραξη ενός νέου χάρτη γεωπολιτικών συμφερόντων, καθιστούν τις εποχές κρίσιμης σημασίας για την πετρελαϊκή παρουσία της Ρωσίας διεθνώς. Χαρακτηριστική είναι η σημασία της δήλωσης του Ρώσου υπουργού Ενέργειας, Ιγκορ Γιουσούφοφ, την εβδομάδα αυτή, ότι η χώρα του θεωρεί «δίκαιη και ικανοποιητική» τόσο για τους παραγωγούς όσο και για τις καταναλώτριες χώρες, τη διαμόρφωση των τιμών του πετρελαίου στη διεθνή αγορά ανάμεσα στα επίπεδα των 20 με 25 δολαρίων ανά βαρέλι, Υπενθυμίζεται ότι ο ΟΠΕΚ, τα μέλη του οποίου συνεδριάζουν αυτήν την εβδομάδα με στόχο τη μείωση των εξαγωγών τους και τη στήριξη των τιμών του πετρελαίου, επιδιώκει τη διατήρηση των αντίστοιχων ορίων από τα 22 έως και τα 28 δολάρια. Ακόμη, η Ρωσία έχει αποδείξει ήδη ότι αποτελεί αστάθμιστο παράγοντα στο πλαίσιο της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου και σε ό,τι αφορά τον ΟΠΕΚ, καθώς παρότι υποσχέθηκε δύο φορές στο πρόσφατο παρελθόν να μειώσει τις εξαγωγές της, αθέτησε και τις δύο φορές το λόγο της, προχωρώντας μάλιστα σε αύξηση.
Η αλλαγή πολιτικής της ρωσικής κυβέρνησης σε ό,τι αφορά τους αγωγούς -και την αύξηση της εξαγωγικής ικανότητας της χώρας- έρχεται σε μία εποχή, που θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως ένδειξη καλής θελήσεως προς την Ουάσιγκτον, καθώς θα οδηγήσει σε «σύσφιγξη» των ρωσοαμερικανικών σχέσων σε ενεργειακό επίπεδο.
«Καρότο και μαστίγιο»
Αναλυτές εκτιμούν ότι η Ρωσία θα εφαρμόσει τώρα μία πολιτική «καρότου και μαστιγίου» απέναντι στην Ουάσιγκτον, στην προσπάθειά της να διασφαλίσει τη συμμετοχή της στην αγορά άντλησης πετρελαίου στο Ιράκ. H σημαντικότερη επιδίωξη εκ μέρους ρωσικής εταιρείας, αφορά το συμβόλαιο, αξίας 3,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων, που είχε συνάψει η μεγαλύτερη ρωσική εταιρεία πετρελαίου, η LUKOIL, με τη Βαγδάτη για την ανάπτυξη των πετρελαιοπηγών της Δυτικής Κούρνα. Παρότι η κυβέρνηση Χουσεΐν είχε κηρύξει άκυρο το σμβόλαιο αυτό μόλις το Δεκέμβριο, υποστηρίζοντας ότι η LUKOIL δεν είχε αρχίσει εγκαίρως τα προβλεπόμενα έργα, η ρωσική εταιρεία αμφισβητεί τη νομιμότητα της ακύρωσής του.
Η Ρωσία, από την πλευρά της, δεν ικανοποιεί μέχρι στιγμής το αίτημα της Ουάσιγκτον, για την παραγραφή του χρέους των 8 δισεκατομμυρίων δολαρίων που της οφείλεται από τη Βαγδάτη από την εποχή των Σοβιέτ. Εκτιμάται ότι θα χρησιμοποιήσει αυτό το «χαρτί» στην προσπάθειά της να «πείσει» την όποια, επόμενη ιρακινή κυβέρνηση να διασφαλίσει τα ρωσικά συμφέροντα σε ό,τι αφορά τα ιρακινά πετρέλαια. Ωστόσο, αναλυτές εκτιμούν ότι με τις αμερικανικές και τις βρετανικές εταιρείες να έχουν πλέον… προτεραιότητα στο Ιράκ, το καλύτερο, στο οποίο μπορεί να ελπίζει η Μόσχα -παίζοντας και το χαρτί του ιρακινού χρέους απέναντι και στην Ουάσιγκτον- είναι ότι θα επιτραπεί στη LUKOIL η συμμετοχή σε κάποια κοινοπραξία εταιρειών, η οποία θα εκμεταλλευθεί τα τεράστια αποθέματα της Αλ Κούρνα.

