Δεν υπάρχει σχεδόν καμία κυβέρνηση ευρωπαϊκής χώρας που να μη γνωρίζει ότι μόλις πέσουν τα φώτα των προβολέων από τη νέα σχέση της Ουάσιγκτον με τη Μόσχα, η Ευρωπαϊκή Ενωση και η Ρωσία θα πρέπει να εμβαθύνουν τους δεσμούς τους. Οι δεσμοί αυτοί σπάνια αποτελούν επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Εν τούτοις, με αφορμή τη συνάντηση κορυφής των ηγετών Ρωσίας και E.E., οι δύο πλευρές αρχίζουν να βαδίζουν ένα μακρύ και δύσβατο μονοπάτι, προκειμένου να προσδιορίσουν τα κοινά τους συμφέροντα εν όψει της διεύρυνσης της E.E., μια ιστορική εξέλιξη που συνεπάγεται την απορρόφηση της πλειοψηφίας των κρατών-μελών της πρώην Σοβιετικής Ενωσης.
Η E.E. και η Ρωσία φλερτάρουν η μια την άλλη προ αρκετών ετών, με τις Βρυξέλλες να μη συνειδητοποιούν ότι η Μόσχα δεν γνώριζε την κατεύθυνση της E.E. ως προς τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης. H Μόσχα είχε την πεποίθηση ότι οι επιχειρηματικές συναλλαγές και οι πολιτικές σχέσεις με την Ευρώπη καλλιεργούνταν μόνον σε βάση δίπλευρων σχέσεων. Οι Βρυξέλλες δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια ανώνυμη γραφειοκρατία, δίχως μια στρατηγική ως προς τη Ρωσία.
Χάραξη στρατηγικής
Εν τούτοις, μέχρι πρόσφατα η Ρωσία υπέθετε ότι δεν ήταν αναγκαία η χάραξη μιας στρατηγικής απέναντι στην «Ευρώπη» ή για τους πρώην συμμάχους του Συμφώνου Βαρσοβίας. Οντως ο πρόεδρος της Ρωσίας, Βλαντιμίρ Πούτιν, έχει εστιάσει την προσοχή του στη δημιουργία μιας νέας σχέσης με τις ΗΠΑ. Τις προσεχείς ημέρες και μήνες, ωστόσο, θα χαραχθούν νέες κατευθύνσεις για δύο λόγους. Πρώτον, οι διαπραγματεύσεις διεύρυνσης της E.E. με την ένταξη των κρατών της Βαλτικής και πέντε κρατών της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης θα ολοκληρωθούν μέχρι τα τέλη του τρέχοντος έτους. Μέχρι το 2004, οι χώρες αυτές θα γίνουν μέλη της E.E., ενώ η Ρωσία θα βρίσκεται απέξω. Δεύτερον, Βρυξέλλες και Μόσχα συνειδητοποιούν ότι πρέπει να χαράξουν μια κοινή γραμμή για τα θέματα ενέργειας, ιδιαίτερα όταν οι ενεργειακές ανάγκες των Ευρωπαίων εξαρτώνται όλο και περισσότερο από τη Ρωσία κι εκείνη πρέπει να μετατραπεί σε πόλο έλξης ευρωπαϊκών επενδυτικών κεφαλαίων προκειμένου να εκσυγχρονίσει τον ενεργειακό της τομέα.
Πέραν αυτών των παραγόντων, ο κ. Πούτιν δίνει σήμερα μεγαλύτερο βάρος στη διεύρυνση της E.E., συμπεριλαμβάνοντας στο επιτελείο του συμβούλων και στο υπουργείο Εξωτερικών ειδήμονες επί θεμάτων διεύρυνσης. O κυριότερος λόγος γι’ αυτήν την αλλαγή στάσης του κ. Πούτιν είναι το μέλλον του Καλίνινγκραντ, όταν οι χώρες που πλαισιώνουν αυτήν την περιοχή της Ρωσίας, δηλαδή η Πολωνία και η Λιθουανία, ενταχθούν στην E.E. H Βαρσοβία και το Βίλνιους δεν έχουν άλλη επιλογή από το να αποδεχθούν τους κανόνες Σένγκεν της E.E., οι οποίοι απαιτούν τη δημιουργία ενός κοινού συστήματος βίζα και τη διασφάλιση των συνόρων με τα μη κράτη της E.E., προκειμένου να καταργηθούν τα σύνορα μεταξύ των κρατών της Ευρώπης. Στην πραγματικότητα αυτό σημαίνει ότι οι Ρώσοι πολίτες που θα διέρχονται των συνόρων του Καλίνινγκραντ θα πρέπει να εξασφαλίσουν βίζα για τη μετακίνησή τους, ένα θέμα που εδώ και μήνες αποφεύγει ο κ. Πούτιν. «Από πολλές απόψεις, το Καλίνινγκραντ αποτελεί μια δοκιμασία για τις σχέσεις E.E. και Ρωσίας», δηλώνει ο Φρανσουά Χέινσμπουργκ, διευθυντής του Ιδρύματος Στρατηγικών Μελετών, που βρίσκεται στο Παρίσι. «H διευθέτηση αυτού του θέματος δεν υφίσταται σε βάση δίπλευρων σχέσεων με την Πολωνία,. ..η λύση πρέπει να δοθεί μεταξύ Βρυξελλών και Μόσχας». Το ενεργειακό ζήτημα είναι έμμεσα συσχετισμένο με τη διεύρυνση της E.E. «H Ρωσία διαθέτει τεράστια αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, για την εκμετάλλευση των οποίων είναι αναγκαία η διοχέτευση ξένων κεφαλαίων», επισημαίνει ο Αλεξάντερ Ραρ, ειδικός επί τέτοιων θεμάτων του Συμβουλίου Ξένων Σχέσεων της Γερμανίας. «Εν τούτοις, ούτε η Μόσχα ούτε η E.E. έχουν καταλήξει σε μια κοινή πολιτική ενέργειας, ενώ δεν δύναται να επιτευχθεί κάτι τέτοιο σε βάση δίπλευρων σχέσεων με τη Ρωσία και το σύνολο των ευρωπαϊκών κρατών», συμπληρώνει ο κ. Ραρ. Το γεγονός αυτό, όμως, δεν συγκρατεί τη Ρωσία από το να εκφέρει παράπονα για τη διστακτικότητα των ευρωπαϊκών εταιρειών να επενδύσουν στον ενεργειακό τομέα. H απάντηση των Ευρωπαίων εστιάζεται στον υψηλό κίνδυνο που εμπεριέχεται. Πέραν όλων, οι Ευρωπαίοι απαιτούν μια ασφαλή και εγγυημένη προσφορά ενέργειας. «Θα καταλήξουν σε μια λύση, αλλά σε αργούς ρυθμούς», αναφέρει αξιωματούχος της E.E., συμπληρώνοντας ότι «τουλάχιστον, και οι δύο πλευρές αρχίζουν να ακούν η μια την άλλη».

