H Ρωσία, η δεύτερη μεγαλύτερη πετρελαιοεξαγωγός χώρα στον κόσμο, θα καταργήσει σταδιακά, μέσα στους δύο επόμενους μήνες, κάθε περιορισμό στις εξαγωγές πετρελαίου. Οπως δήλωσε χθες ο πρωθυπουργός της χώρας, μετά τη συνάντησή του με ανώτατα στελέχη των ρωσικών πετρελαϊκών κολοσσών, η νέα αυτή στρατηγική αποσκοπεί στο να επωφεληθούν οι ρωσικές εταιρείες από την άνοδο των τιμών του πετρελαίου στη διεθνή αγορά.
Ο Μιχαήλ Κασιάνοφ συναντήθηκε χθες με στελέχη της Lukoil, AO Yukos Oil Co., και άλλων πετρελαιοπαραγωγών εταιρειών, με τα οποία συζήτησε τη δέσμευσή που είχε αναλάβει έναντι του ΟΠΕΚ η Μόσχα από την 1η Ιανουαρίου φέτος, να μειώσει τις εξαγωγές της κατά 150.000 βαρέλια ημερησίως. Εκτοτε, η Ρωσία εξάγει 2,6 εκατομμύρια αργού πετρελαίου την ημέρα, το οποίο αντιστοιχεί σε άνω του ήμισυ των απαιτήσεων της Ιαπωνίας για το προϊόν.
Η Ρωσία, η οποία, με εξαίρεση τη Σαουδική Αραβία, αντλεί περισσότερο πετρέλαιο από οποιαδήποτε άλλη παραγωγό, δεσμεύθηκε στη μείωση των εξαγωγών της μετά τις δύσκολες διαπραγματεύσεις με τον ΟΠΕΚ, στα τέλη του 2001, που διήρκεσαν έναν μήνα. Κατόπιν, όταν η Ρωσία, η Νορβηγία και το Μεξικό ανταποκρίθηκαν στο αίτημα του ΟΠΕΚ, από τις αρχές του 2002 δηλαδή, οι τιμές του πετρελαίου ενισχύθηκαν διεθνώς άνω του 30%, φθάνοντας κατά μέσο όρο στο Λονδίνο στα 26 δολάρια το βαρέλι.
Οπως δηλώνει, όμως, τώρα ο Σιμόν Κουκές, πρόεδρος της τέταρτης μεγαλύτερης πετρελαϊκής εταιρείας της Ρωσίας, OAO TyumeOil Co., «η απόφαση αυτή είχε μεγάλη σημασία για την παγκόσμια οικονομία. Οι τιμές του πετρελαίου ανέρχονται πλέον στα υψηλότερα επίπεδα, στα οποία θα μπορούσε κανείς να τις χαρακτηρίσει… δίκαιες».
Η ρωσική δέσμευση επέφερε τους τελευταίους τέσσερις μήνες αναστάτωση στην εγχώρια ρωσική αγορά, καθώς οι εταιρείες αρνήθηκαν να σταματήσουν ή να μειώσουν την παραγωγή, αναφέροντας ότι κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε τεχνικό πρόβλημα στις πηγές, ιδιαίτερα δε στη Σιβηρία. Αντιθέτως μάλιστα, η παραγωγή τους αυξήθηκε τους πρώτους αυτούς μήνες του έτους κατά 8,8%, δημιουργώντας τεράστια πλεονάσματα στην εγχώρια αγορά, στην οποία οι τιμές του πετρελαίου κυμαίνονται κατά κανόνα στο ήμισυ των διεθνών. Οι εξελίξεις αυτές δημιούργησαν όμως νέες πιέσεις στις εγχώριες τιμές, που ανέρχονται πλέον μόλις στο ένα τέταρτο εκείνων της διεθνούς αγοράς.
Ετσι, καθίσταται σαφές ότι οι ρωσικές πετρελαϊκές εταιρείες «πλέουν» αυτήν τη στιγμή σε λίμνες πετρελαίου και όπως παρατηρεί αναλυτής της Deutsche Bank στη Μόσχα, «το ερώτημα τώρα αναφέρεται στις δυνατότητες των αγωγών. Πόσο περισσότερο πετρέλαιο μπορούν να μεταφέρουν». O ίδιος εκτιμά ότι οι ρωσικόι αγωγοί έχουν δυνατότητα μεταφοράς προς τις αγορές της Δύσης μόλις άλλων 140.000 βαρελιών ημερησίως.
Οι έξι μεγαλύτερες πετρελαϊκές εταιρείες της Ρωσίας ελέγχονται από ιδιώτες. Παρότι η κυβέρνηση μπορεί να περιορίσει τις εξαγωγές, δεδομένου ότι εκείνη ελέγχει τα δίκτυα των αγωγών, οι πετρελαϊκές εταιρείες μπορούν, αν το επιθυμούν, να εξάγουν περισσότερο διυλισμένο πετρέλαιο από τη χώρα, χρησιμοποιώντας σιδηροδρομικούς συρμούς. Δυτικά διυλιστήρια επενδύουν συχνά σε ρωσικά καύσιμα, τα οποία μετατρέπουν σε βενζίνη.

