Είναι ένας τρόπος να υπολογίσουμε με πόση ταχύτητα καταλαμβάνει όλο και πιο σημαίνουσα θέση στην ευρωπαϊκή πολιτική ατζέντα η ρωσική ενέργεια: στα τέλη Απριλίου, ο Αλεξέι Μίλερ, επικεφαλής της Gazprom, προσκλήθηκε στη συνάντηση των υπουργών Ενέργειας της Ευρωπαϊκής Ενωσης στην Παμπλόνα. Οι υπουργοί φιλοδοξούσαν να τον ρωτήσουν κατά πόσο μπορεί να βασίζεται η Ευρώπη στη Ρωσία, που ελέγχει το 25% των παγκόσμιων αποθεμάτων φυσικού αερίου.
Ηδη, πάντως, οι μεγάλες ευρωπαϊκές πετρελαϊκές εταιρείες έχουν καταστήσει σαφές πόση σημασία αποκτά γι’ αυτές η Ρωσία. Αυτή την εβδομάδα, η TotalFinaElf ανακοίνωσε ότι διαπραγματεύεται την εξαγορά πλειοψηφικού μεριδίου στην άδεια εκμετάλλευσης της πηγής φυσικού αερίου Vankor από την Anglo- SiberiaOil, μικρή εταιρεία εισηγμένη στη Βρετανία. Εξετάζει την επένδυση έως και 2,5 δισ. δολαρίων στην πηγή αυτή της δυτικής Σιβηρίας, αν κατορθώσει να συνάψει συμφωνία καταμερισμού της παραγωγής. Αλλες μεγάλες εταιρείες στηρίζουν ακόμα περισσότερα στη Ρωσία. H Shell οδεύει προς οριστικοποίηση κοινοπραξίας 1,5 δισ. δολαρίων (1,7 δισ. ευρώ) με την Gazprom για την πηγή φυσικού αερίου Zapolyarnoye. Και η BP ανακοίνωσε πρόσφατα ότι δαπάνησε 375 εκατ. δολάρια για ν’ αυξήσει το μερίδιό της στη Sidanco και να δώσει έτσι τέλος στην πικρή μάχη με άλλους μετόχους γι’ αυτή τη μεσαίου μεγέθους πετρελαϊκή της Σιβηρίας. O διευθύνων σύμβουλος της BP, λόρδος Μπράουν, υποστήριξε ότι η κίνηση δείχνει την «εμπιστοσύνη της εταιρείας στη Ρωσία και στο επιχειρηματικό περιβάλλον της που βελτιώνεται διαρκώς». Και ο διευθύνων σύμβουλος της Alfa Bank και γενικός διευθυντής της Sidanco, Αλεξ Νάστερ, προέβλεψε ότι «η κίνηση της BP θα ωθήσει πολλές άλλες πετρελαϊκές να εξετάσουν σοβαρά το ενδεχόμενο επιθετικότερης επενδυτικής πολιτικής προς τη Ρωσία».
Εναλλακτικές λύσεις
Να το παραλληλίσουμε με τις ατυχείς κινήσεις των BP και Shell μόλις πριν από πέντε χρόνια; Το 1997, η Shell ανακοίνωσε «στρατηγική συμμαχία» με την Gazprom, που εξανεμίστηκε με τη χρηματοοικονομική κατάρρευση της Ρωσίας ένα χρόνο αργότερα. Την ίδια χρονιά, η BP κατέβαλε 484 εκατ. δολάρια για το 10% της Sidanco -την περασμένη εβδομάδα κατέβαλε 375 εκατ. για άλλο ένα 15%- μόνο και μόνο για να δει το ενεργητικό της Sidanco να εξαφανίζεται για κάποιον καιρό στα χέρια των μετόχων της TyumeOil Company (ΤΝΚ).
Ενας από τους λόγους για τους οποίους οι μεγάλες δυτικές εταιρείες ετοιμάζονται να διακινδυνεύσουν επιστροφή στη Ρωσία είναι η τιμή του πετρελαίου. Από το 1998, όταν είχε πέσει στα 10 δολάρια το βαρέλι, η τιμή αυξήθηκε σταθερά και, παρά τη «βουτιά» της μετά την 11η Σεπτεμβρίου, σήμερα ωθείται στα ύψη λόγω των εντάσεων στη Μέση Ανατολή. Οι ίδιες εντάσεις θυμίζουν στις δυτικές κυβερνήσεις και εταιρείες τη χρησιμότητα των εναλλακτικών λύσεων, ήτοι των χωρών-μη μελών του ΟΠΕΚ. H ρωσική κυβέρνηση και η Lukoil, η μεγαλύτερη πετρελαϊκή της χώρας, που ελέγχει την αλυσίδα πρατηρίων βενζίνης Getty στις ΗΠΑ, συζήτησαν την αύξηση των εξαγωγών στις ΗΠΑ. Μεγαλύτερη, ωστόσο, επίδραση στη στάση των δυτικών πετρελαϊκών έναντι της Ρωσίας έχουν οι αλλαγές στην ίδια τη χώρα. O Μπόρις Γέλτσιν αποδείχθηκε πολύ ικανότερος καταστροφέας του κομμουνισμού απ’ ό,τι αρχιτέκτονας ενός σταθερού συστήματος μετάβασης. O Βλαντιμίρ Πούτιν αποκατέστησε την τάξη και, κάτι που αφορά ιδιαίτερα τους ξένους επενδυτές, στήριξε τα δικαιώματα ακίνητης περιουσίας. Αμεσα ωφελημένες είναι οι ολιγαρχίες που χάραξαν τη σοβιετική πετρελαϊκή βιομηχανία και, στην πορεία, η μία την άλλη και τους ξένους εταίρους τους.
Μια συνέπεια του σταθερότερου επιχειρηματικού περιβάλλοντος στη Ρωσία είναι ότι οι συμφωνίες καταμερισμού της παραγωγής έγιναν λιγότερο ζωτικής σημασίας για τις δυτικές πετρελαϊκές. Οι συμφωνίες αυτές, στις οποίες κάθε οικονομική διευθέτηση γίνεται από πριν και πληρώνεται σε πετρέλαιο, είναι συχνά απαίτηση των αναπτυσσόμενων χωρών για να προστατεύσουν τα προγράμματά τους από συχνές οικονομικές ή νομικές αλλαγές. Δυστυχώς για τις ξένες εταιρείες, μόλις τρεις PSA εγκρίθηκαν πλήρως στα μέσα της δεκαετίας του ’90 πριν η Δούμα αρχίσει να διαμαρτύρεται ότι παρείχαν ανάρμοστα ευνοϊκούς όρους στις ξένες εταιρείες. Δύο απ’ αυτές αφορούν κοινοπραξίες υπό τις Shell και ExxonMobil, που εκμεταλλεύονται τα υπεράκτια προγράμματα Sakhaliστη ρωσική Απω Ανατολή. H τρίτη αφορά την TotalFinaElf και το πρόγραμμά της στη δυτική Σιβηρία, το οποίο διευκόλυνε την είσοδο της γαλλικής πετρελαϊκής στη Ρωσία. Αναλυτές της Μόσχας δεν αποκλείουν την πιθανότητα πλήρους εξαγοράς μιας ρωσικής πετρελαϊκής, όπως οι TNK και Sibneft, από μια ξένη. Μια τέτοια κίνηση θ’ αντικατοπτρίζει τα τεράστια αποθέματα υδρογονάνθρακα της Ρωσίας και την υποτίμηση των πετρελαϊκών εταιρειών της, βάσει διεθνών προδιαγραφών.
Πάντως, αν ο κ. Πούτιν συνεχίσει να παρέχει οικονομική και νομική ασφάλεια στις ξένες πετρελαϊκές και αν οι αρχές απελευθέρωσης της αγοράς ενέργειας της E.E. βρουν τρόπο να συνδυάσουν την επιθυμία της Μόσχας για μια σταθερή αγορά για το φυσικό της αέριο, οι δυτικές ενεργειακές επενδύσεις στη Ρωσία δεν θα αποδειχθούν ξανά αποτυχημένες. Από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, η Ευρώπη προσπαθεί να οικοδομήσει στενή σχέση με τη ρωσική ενέργεια. Δεν είναι κάτι ανέφικτο.

