Αναθέρμανση της στρατηγικής των ιδιωτικοποιήσεων στη Ρωσία, μετά μία νεκρή περίοδο για την οποία ευθύνονται ράθυμοι κρατικοί λειτουργοί και ορισμένα στελέχη που κατείχαν υψηλές θέσεις στη ρωσική πολιτική ζωή. Τελευταίως, με την απομάκρυσνη των ατόμων αυτών από τα αξιώματα που κατείχαν το ενδιαφέρον για την ιδιωτικοποίηση κρατικών περιουσιακών στοιχείων έχει αναθερμανθεί και στη βελτίωση του κλίματος έχει συμβάλει και ο φόβος που άφησε η οικονομική κρίση του 1998.
Παρά τη βελτίωση του κλίματος για την προώθηση των αποκρατικοποιήσεων τα εμπόδια δεν έχουν εξαλειφθεί ολοσχερώς, με αποτέλεσμα δισεκατομμύρια δολάρια να παραμένουν έξω από τα κρατικά ταμεία. Για ορισμένους αναλυτές η κατάσταση αυτή θα διατηρηθεί για μερικά ακόμη χρόνια, ιδίως όσο παραμένουν υπό κρατικό έλεγχο «επιχειρήσεις-διαμάντια» και ονομαστικώς επιχειρήσεις του ενεργειακού τομέα.
Προσφάτως, όμως, η ρωσική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι θα ιδιωτικοποιήσει το 6% της κρατικής πετρελαϊκής εταιρείας Lukoil, καθώς και το 20% της πετρελαϊκής εταιρείας Slavneft που ελέγχεται από την κυβέρνηση της Ρωσίας και της Λευκορωσίας.
Από την πώληση του 6% της Lukoil, τα ρωσικά κρατικά ταμεία θα πλουτίσουν κατά 850 εκατομμύρια δολάρια. Πρόκεται για τη μερική ιδιωτικοποίηση κρατικής ρωσικής επιχειρήσεως, από το 1997, όταν οι σκανδαλώδεις πλειστηριασμοί για την αποκρατικοποίηση την έθεσαν στο επίκεντρο δριμύτατων κατηγοριών. Συγκεκριμένα, η ρωσική κυβέρνηση είχε κατηγορηθεί τότε ότι πουλάει τα καλύτερα κρατικά περιουσιακά στοιχεία σε λίγους πολιτικούς της αρεσκείας της. H σκανδαλολογία που ξέσπασε μαζί με την οικονομική κρίση που επακολούθησε οδήγησε σοβαρούς επενδυτές «εκτός Ρωσίας».
Ο οικονομολόγος Βλαντιμίρ Τικομίροφ που εργάζεται στην πετρελαϊκή NIKoil, πιστεύει ότι η πρόσφατη αυτή εξαγγελία της ιδιωτικοποιήσεως είναι απόρροια της αποπομπής κομμουνιστών βουλευτών από αρκετές επιτροπές του κοινοβουλίου, της ρωσικής Δούμα. Κατά την άποψή του, η σύνθεση των επιτροπών της Δούμα μέχρι τώρα δεν επέτρεπε την υλοποίηση βασικών μεταρρυθμίσεων.
Πέρυσι η Δούμα ενέκρινε τα κυβερνητικά σχέδια για την ιδιωτικοποίηση μικρών εταιρειών, διατήρησε όμως για τον εαυτό της το προνόμιο της ιδιωτικοποίησεως τεράστιων κρατικών επιχειρηματικών γιγάντων, όπως η μεγαλύτερη κρατική εταιρεία φυσικού αερίου Gazprom και η ενεργειακή επιχείρηση κοινής ωφελείας UES. Σήμερα, η ρωσική κυβέρνηση διατηρεί μετοχικό μερίδιο στην Gazprom της τάξεως του 38,37% και 52% στην UΕS.
Τον δρόμο για την αναθέρμανση των ιδιωτικοποιήσεων άνοιξε επίσης και η παραίτηση τον περασμένο μήνα του διοικητή της κεντρικής τράπεζας της Ρωσίας Βίκτωρ Γερασένκο, ο οποίος κατηγορήθηκε πολλές φορές ότι «υπήρξε πολύ αργός» στις μεταρρυθμίσεις του τραπεζικού τομέα.
Οι κυριότερες δυσκολίες που στάθηκαν εμπόδιο στις ιδιωτικοποιήσεις, όπως λέει ο κ. Τικομίροφ, προήρχοντο από την κεντρική τράπεζα και από τη Δούμα.
Και προσθέτει: «Τώρα έχουμε ένα τελείως διαφορετικό περιβάλλον και η κυβέρνηση βρίσκεται σε καλύτερη ψυχική διάθεση».
Από την ιδιωτικοποίηση της Slavneft αναμένονται εισπράξεις μεταξύ 300 και 350 εκατομμυρίων δολαρίων και σύμφωνα με εκτιμήσεις, η απόφασή της αντανακλά την προθυμία της ρωσικής κυβερνήσεως να ιδιωτικοποιήσει σοβαρές επιχειρήσεις. Αυτή είναι η άποψη του Αλεξέι Μοϊσέγιεφ, οικονομολόγου στη Renaissance Capital.
Κατά την άποψή του, η απόφαση αυτή αποδεικνύει ότι η κυβέρνηση είναι πρόθυμη να εκποιήσει περιουσιακά στοιχεία τα οποία δεν έχουν και τόσο μεγάλη σημασία από απόψεως ελέγχου, αλλά έχουν μεγάλη σημασία από την άποψη ότι την βοηθούσαν να ασκήσει την πολιτική της.
Επί παραδείγματι η Slavneft από κοινού με μία άλλη ενεργειακή εταιρεία, τη Surgutneftegaz, ελέγχουν τον εφοδιασμό της Λευκορωσίας με πετρέλαιο. O κ. Μοϊσέγιεφ χαρακτηρίζει την απόφαση της ρωσικής κυβερνήσεως να ιδιωτικοποιήσει τη Slavnest ρεαλιστική, δεδομένου ότι επιβεβαιώνει ότι «το κράτος δεν διαθέτει αρκετό χρήμα».
Βάσει του νέου κλίματος που έχει διαμορφωθεί, η ρωσική κυβέρνηση θα πρέπει επίσης να αποφασίσει και για άλλες ιδιωτικοποιήσεις κρατικών επιχειρήσεων, οι οποίες υπολογίζεται ότι θα τις αποφέρουν περί τα 50 δισεκατομμύρια δολάρια σε σημερινές τιμές.
Ο Ντενίς Ροντιόνοφ, οικονομολόγος στην UBS Warburg, διευκρινίζει ότι το κλίμα είναι τώρα κατάλληλο για την ιδιωτικοίηση της UES, της κρατικής επιχειρήσεως holding Svyazinvest, των υπό αναδιάρθρωση σιδηροδρόμων, της Sbernbank, της μεγαλύτερης τράπεζας της Ρωσίας και του 3,37% της ενεργειακής Gazprom.

