Επιστρέφοντας από τη Νέα Υόρκη κλιμάκιο αποτελούμενο από τρία ανώτερα στελέχη μεγάλης συστημικής τράπεζας, εξηγούσε στη διοίκησή της το κλίμα που βρήκε στο «Μεγάλο Μήλο», αναφορικά με την επικείμενη –τρίτη– ανακεφαλαιοποίηση. «Πολύ καλύτερο, σε σχέση με την τελευταία φορά που περάσαμε τον Ατλαντικό». Αυτό, τουλάχιστον, ήταν το συμπέρασμα που αποκόμισαν όσοι κάθησαν στην απέναντι πλευρά του τραπεζιού για να τους ακούσουν.
Συναντήσεις
Λίγες μέρες μετά, η «Κ» γινόταν κοινωνός της σύσκεψης και έθετε ένα διευκρινιστικό ερώτημα αναφορικά με το επίπεδο των συναντήσεων που είχαν στο Μανχάταν οι εν λόγω απεσταλμένοι. Η απάντηση ήταν κατηγορηματική: «Κορυφαίο». Κι εκεί ήταν που αναφέρθηκε ως παράδειγμα, μεταξύ άλλων, το όνομα του Τζον Πόλσον, της Paulson&Co, που είναι «διαβατήριο» για την upper class των επενδυτικών κεφαλαίων παγκοσμίως.
Βεβαίως, το γεγονός ότι το συγκεκριμένο fund έχει τοποθετηθεί σε ελληνικά τραπεζικά μετοχικά κεφάλαια, χάνοντας, όπως όλοι, πολλά λεφτά (σ.σ. κάποιοι ακόμα και το 93% του αρχικού κεφαλαίου τους), ασφαλώς και διευκόλυνε την πρόσβαση της ελληνικής αποστολής στο γραφείο του.
Με τη διαφορά ότι και στο πρόσφατο παρελθόν έγινε προσπάθεια να τον «δουν» κι άλλοι Ελληνες τραπεζίτες, αλλά βρήκαν θεόκλειστη την πόρτα.
Τότε, η κυρίαρχη ανάλυση στις ΗΠΑ δεν έδινε καμία ελπίδα στην επόμενη μέρα των ξένων επενδύσεων στην Ελλάδα. Τώρα, η κατάσταση δείχνει να έχει κάπως αλλάξει. Τότε, η «Κ» είχε την ευκαιρία να διαβάσει ένα οργισμένο e-mail του ίδιου του κ. Πόλσον προς φίλο του στην Αθήνα, στο οποίο αναρωτιόταν «τι στο καλό συμβαίνει εκεί κάτω». Τώρα άκουσε προσεκτικά τι του μετέφεραν «οι άνθρωποι από την Αθήνα».
«Το θαύμα των ομολόγων»
Στην πραγματικότητα, αυτό το οποίο ελπίζουν και στο οποίο προσδοκούν όλοι όσοι εμπλέκονται σε αυτήν την ιστορία, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, είναι να επαναληφθεί «το θαύμα των ομολόγων».
Πρόκειται για το… λαχείο που κέρδισαν εκείνοι που μπήκαν στην αγορά ομολόγων και αγόρασαν τίτλους του ελληνικού Δημοσίου, λίγο μετά το πρώτο PSI. Τότε που οι πολλοί αποκαλούσαν την κίνηση «αυτοκτονική», αλλά οι λίγοι πήραν το μεγάλο ρίσκο και λίγους μήνες μετά έγραφαν κέρδη της τάξης του 80% και παραπάνω.
«Με τη διαφορά ότι θαύματα δεν γίνονται κάθε μέρα, ενώ και η κατάσταση σήμερα δεν είναι ακριβώς συγκρίσιμη με τότε», για πολλούς λόγους, όπως εξηγούν παράγοντες της χρηματιστηριακής αγοράς, που παρακολουθούν τις εξελίξεις από κοντά. Και προσθέτουν: «Αυτό που θα θελήσουν να κάνουν τα ξένα funds, εφόσον μπουν στις αυξήσεις, θα είναι ένα κλασικό μουαγιέν», λένε, θυμίζοντας μια λέξη από το πολύ μακρινό χρηματιστηριακό παρελθόν.
Αγοράζοντας τώρα, κατεβάζουν τον μέσο όρο κτήσης, προσδοκώντας ότι σε ένα εύλογο βάθος χρόνου θα πάρουν τα λεφτά τους ή τουλάχιστον ένα ικανοποιητικό κομμάτι τους πίσω.
Γι’ αυτό και βρίσκονται με το δάχτυλο στη σκανδάλη. Και γι’ αυτό έχει δημιουργηθεί στις τάξεις των άμεσα ενδιαφερόμενων ελληνικών τραπεζών η αίσθηση ότι «ακόμα και την επόμενη μέρα από την ανακοίνωση των οριστικών αποτελεσμάτων του ελέγχου, είμαστε πλέον σε θέση να προχωρήσουμε σε αυξήσεις». Υπό έναν όρο: το ύψος του τελικού «λογαριασμού» να μην είναι διψήφιο. Σε αυτήν την περίπτωση, το πιθανότερο είναι πως η προσπάθεια θα εγκαταλειφθεί πριν καν ξεκινήσει. Για την ακρίβεια, δεν θα χρειαστεί να ξεκινήσει…

