Αύξηση του ορίου χρηματοδότησης των ελληνικών τραπεζών από τον έκτακτο μηχανισμό (ELA) κατά 800 εκατ. ευρώ, στα 74 δισ., αποφάσισε χθες η ΕΚΤ. Το όριο αυτό θα επανεξετασθεί σε μία εβδομάδα, καθώς η ΕΚΤ δίνει ρευστότητα σε μικρές δόσεις, ώστε να καλύπτονται μόνο οι ανάγκες των τραπεζών που προκύπτουν από τις εκροές καταθέσεων. Την προηγούμενη εβδομάδα είχε εγκρίνει 1,2 δισ. ευρώ.
Εν τω μεταξύ, ισχυρές πιέσεις δέχθηκαν χθες οι μετοχές των τραπεζών υπό το βάρος της μεγάλης ανησυχίας για την έκβαση της διαπραγμάτευσης κυβέρνησης – εταίρων, με τον δείκτη των τραπεζών να καταγράφει απώλειες κατά 8,28% και να υποχωρεί στο χαμηλότερο σημείο των 26 τελευταίων ετών! Οι επενδυτές ανησυχούν ότι ακόμα και αν τελικά υπάρξει συμφωνία τις επόμενες ημέρες –κάτι που δεν είναι καθόλου βέβαιο– οι τράπεζες κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωπες με την ανάγκη νέων αυξήσεων κεφαλαίου, αποτέλεσμα της έξαρσης των «κόκκινων» δανείων αλλά και του κινδύνου να χαθεί μέρος του πλεονεκτήματος της αναβαλλόμενης φορολογίας.
Αν και οι επιτελείς των τραπεζών αρνούνται επίμονα να σχολιάσουν την τρέχουσα κατάσταση, ωστόσο σε κατ’ ιδίαν συνομιλίες δεν κρύβουν την έντονη ανησυχία τους για την πορεία της χώρας και την ολοένα και πιθανότερη προοπτική ενός σοβαρού ατυχήματος. Οπως διευκρινίζουν, το ενδεχόμενο εξόδου από το ευρώ δεν το προσεγγίζουν ούτε σαν υπόθεση εργασίας, διότι κάτι τέτοιο θα είχε καταστροφικές επιπτώσεις για τη χώρα, ωστόσο σημειώνουν ότι όσο περνάει ο καιρός χωρίς αποτέλεσμα αυξάνονται οι πιθανότητες ενός σοβαρού ατυχήματος, που θα μπορούσε να προκαλέσει μεγάλη ζημία στην οικονομία και κατ’ επέκταση στη χώρα.
Οι επενδυτές φαίνεται ότι ανησυχούν ολοένα και περισσότερο για τον κίνδυνο περιπλοκών στην ελληνική υπόθεση, κάτι που αποτυπώνεται στις μεγάλες απώλειες των τιμών των μετοχών τους τελευταίους μήνες, αλλά και στην «αναρρίχηση» των επιτοκίων των ελληνικών ομολόγων σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα. Οι μετοχές των τραπεζών δέχονται τις ισχυρότερες πιέσεις εξαιτίας των επιθετικών ρευστοποιήσεων ξένων επενδυτών, οι οποίοι σταδιακά είχαν τοποθετηθεί στις ελληνικές τράπεζες μετά την ανακεφαλαιοποίηση του 2013 «ποντάροντας» στην έξοδο της χώρας από την κρίση. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε σχέση με τις τιμές ένα χρόνο πριν (Απρίλιος 2014), η μετοχή της Πειραιώς έχει απολέσει το 81,78% της αξίας της, η μετοχή της Eurobank υποχωρεί κατά 75,87%, της Εθνικής κατά 70,99% ενώ κατά 64,91% υποχωρεί η μετοχή της Alpha Bank.
Το ενδεχόμενο νέων κεφαλαιακών αναγκών, ακόμα και στην περίπτωση που η διαπραγμάτευση κυβέρνησης – εταίρων ολοκληρωθεί γρήγορα, αποτελεί τον μεγάλο φόβο των επενδυτών. Οι τράπεζες που σήμερα αντιμετωπίζουν οξύτατο πρόβλημα ρευστότητας, και το οποίο αντιμετωπίζεται με την έκτακτη χρηματοδότηση του ευρωσυστήματος, κινδυνεύουν με νέες αυξήσεις κεφαλαίου λόγω της έξαρσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων και της απώλειας μέρους της ωφέλειας από τον αναβαλλόμενο φόρο. Σύμφωνα με στελέχη τραπεζών, τα «κόκκινα» δάνεια ξεπερνούν πλέον τα 80 δισ. ευρώ, καθώς λόγω της επιδείνωσης των οικονομικών συνθηκών τους τελευταίους μήνες καταγράφεται σημαντική αύξηση του ρυθμού δημιουργίας νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων. Η έξαρση των «κόκκινων» δανείων υποχρεώνει τις τράπεζες να διατηρήσουν σε υψηλά επίπεδα τις προβλέψεις απορροφώντας το σύνολο της λειτουργικής κερδοφορίας αλλά και μέρος των κεφαλαίων τους. Επιπλέον πίεση δημιουργεί το ζήτημα του αναβαλλόμενου φόρου, καθώς ΕΚΤ και Κομισιόν εξετάζουν να περιορίσουν τη χρήση της φορολογικής αυτής δυνατότητας (μέρος του αναβαλλόμενου φόρου αναγνωρίζεται ως κεφάλαια) θεωρώντας ότι έχει γίνει κατάχρηση.

