Με ρευστότητα που δεν ξεπερνά τα 3,5 δισ. ευρώ κινείται αυτή τη στιγμή το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Οταν ξεκίναγε αυτή η περιπέτεια –εκεί γύρω στα μέσα του φθινοπώρου που πέρασε– το αντίστοιχο ποσό υπολογιζόταν σε κάτι λιγότερο από 10 δισ. ευρώ. Το παράδοξο είναι ότι τότε, αυτό το ποσό προκαλούσε μεγάλη ανησυχία στους τραπεζίτες. Οπότε μπορεί κανείς να φανταστεί τι προκαλεί το σημερινό.
Εννοείται ότι στα αρμόδια επιτελεία έχει σημάνει συναγερμός. Ωστόσο, όσοι παρακολουθούν από κοντά τις εξελίξεις, παρατηρούν ότι «εν αντιθέσει με ό,τι συνέβαινε στο παρελθόν, το “σύστημα” δείχνει κι αυτό να έχει παρασυρθεί από τις εξελίξεις, υπό την έννοια ότι οι τραπεζίτες δεν κινούνται σαν μπλοκ, όπως παλιά. Ισως επειδή και οι πιέσεις που πρέπει να αντιμετωπίσουν πλέον είναι κάτι παραπάνω από ασφυκτικές».
Την ίδια ώρα, πηγές που συνομιλούν με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) κάνουν λόγο για «πολύ βαρύ κλίμα στη Φρανκφούρτη». Αυτή τη στιγμή, προσθέτουν, «κανείς δεν μπορεί να πει μετά βεβαιότητας τι θα γίνει με την περίπτωση της Ελλάδας» και αυτό το κλίμα αβεβαιότητας είναι που προκαλεί ακόμα μεγαλύτερο εκνευρισμό. «Το μόνο σίγουρο είναι ότι η ΕΚΤ, υπό τις παρούσες συνθήκες, πολύ δύσκολα θα χαλαρώσει τη θηλιά της ρευστότητας για τη χώρα μας», σημειώνεται. Πώς μεταφράζεται αυτό πρακτικά;
Πρώτον, η ΕΚΤ δεν πρόκειται να κάνει στην Αθήνα το «δώρο» που επιμόνως ζητάει, δηλαδή να ανεβάσει το όριο ως προς τη συμμετοχή των πιστωτικών ιδρυμάτων στις εκδόσεις των εντόκων γραμματίων. Η κυβέρνηση αντιδρά έντονα, λέγοντας ότι στο παρελθόν και συγκεκριμένα το 2012 το είχε πράξει και μάλιστα δύο φορές. Το αντεπιχείρημα της ΕΚΤ είναι ότι: α) Η τότε κυβέρνηση έδειχνε τουλάχιστον ότι προσπαθεί να ευθυγραμμιστεί με τα συμφωνηθέντα, ενώ β) δεν υπέβαλε το αίτημα προβάλλοντας το επιχείρημα ότι τα λεφτά χρειάζονται για να πληρωθούν υποχρεώσεις του κράτους. «Πρόκειται για εντελώς λανθασμένη πρακτική, αφού η Αθήνα είναι σαν να καλεί τα μέλη του Δ.Σ. της ΕΚΤ να…παρανομήσουν, ενώ είναι γνωστό ότι και αυτά κρίνονται από τις χώρες τους», επισημαίνεται αρμοδίως.
Δεύτερον, η ΕΚΤ θα εξακολουθήσει να δίνει με το σταγονόμετρο τη ρευστότητα στις ελληνικές τράπεζες, μέσω του ευρωπαϊκού έκτακτου μηχανισμού (ELA).
Στο μεταξύ, την ανησυχία για τα μελλούμενα εντείνει η ολοένα και μεγαλύτερη διεθνής αναφορά στα γεγονότα της Κύπρου, πριν ακριβώς από δύο χρόνια. Η παρέμβαση του προέδρου του Eurogroup, Γερούν Ντάισελμπλουμ, την περασμένη Τρίτη, που παρέπεμπε ευθέως σε capital control, ήταν απλώς η κορυφή του παγόβουνου. Το ακόμα μεγαλύτερο κακό, όμως, είναι πως ανοίγοντας αυτή η κουβέντα, το ένα θέμα φέρνει το άλλο, φτάνοντας σε ακόμα πιο ακραία σενάρια, τα οποία έχουν διαψευστεί ποικιλοτρόπως. Οπως, για παράδειγμα, αυτό του «κουρέματος των καταθέσεων», που με τη σειρά του ανοίγει παράθυρο σε μιαν άλλη συζήτηση, αυτή για το Grexit, και ούτω καθ’ εξής.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι ελληνικές τράπεζες καλούνται να διαχειριστούν τα πολυποίκιλα προβλήματά τους, τόσο τα προφανή όσο και κάποια άλλα, λιγότερο γνωστά ευρέως. Οπως, για παράδειγμα, την κίνηση που κυοφορείται στη Λευκωσία τα τελευταία 24ωρα για την απόκτηση των ελληνικών θυγατρικών τραπεζών από κυπριακές. Την αρχή φέρεται να έκανε η Ελληνική και αναμένεται με ενδιαφέρον η συνέχεια.

