Το ενδεχόμενο άμεσης προσφυγής στις κεφαλαιαγορές εξετάζουν οι συστημικές τράπεζες, στην περίπτωση που το θέμα της αναγνώρισης του αναβαλλόμενου φόρου δεν προχωρήσει, κάτι που θεωρείται πολύ πιθανό. Οι τράπεζες εξετάζουν να ανακοινώσουν αυξήσεις κεφαλαίου αμέσως μετά τη δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων του stress test από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) που θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή 26 Οκτωβρίου. Ασφαλώς οι αυξήσεις θα πραγματοποιηθούν μόνο στην περίπτωση που υπάρξουν αξιόλογες κεφαλαιακές ανάγκες, κάτι που θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το αν τελικά ληφθεί ή όχι υπόψη το όφελος από τον αναβαλλόμενο φόρο. Σύμφωνα με αναλυτές, με την αναγνώριση του αναβαλλόμενου φόρου κάθε συστημική τράπεζα θα έχει κεφαλαιακό όφελος περίπου 500 εκατ. ευρώ.
Ωστόσο πλέον δεν είναι καθόλου βέβαιο αν οι τράπεζες θα μπορέσουν να κάνουν χρήση του φορολογικού αυτού πλεονεκτήματος. Ο λόγος είναι ότι η Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή (ΕΒΑ) ζητεί σειρά τεχνικών βελτιώσεων στον σχετικό νόμο που έχει ψηφίσει η κυβέρνηση, ενώ και η ΕΚΤ διατυπώνει ισχυρότατες επιφυλάξεις θεωρώντας ότι με τον αναβαλλόμενο φόρο μεταφέρονται κίνδυνοι από τους μετόχους των τραπεζών στους φορολογούμενους.
Την προηγούμενη Πέμπτη πραγματοποιήθηκε στο υπουργείο Οικονομικών συνάντηση του κ. Γκ. Χαρδούβελη με τους εκπροσώπους της Τράπεζας της Ελλάδος, του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και της Ελληνικής Ενωσης Τραπεζών όπου συζητήθηκαν οι αλλαγές που ζητεί η EBA. Η Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή γνωστοποίησε στην ελληνική πλευρά ότι δεν μπορεί να δεχθεί την αναγνώριση μέρους του αναβαλλόμενου φόρου για το stress test, όπως θεσμοθετήθηκε από την ελληνική κυβέρνηση. Η ΕΒΑ ζητεί από το ελληνικό Δημόσιο να καλύψει τον αναβαλλόμενο φόρο στην περίπτωση που οι τράπεζες δεν παρουσιάσουν κέρδη τα επόμενα χρόνια με μετρητά αντί με ομόλογα, καθώς και να περιοριστεί το χρονικό διάστημα των 30 ετών στο οποίο οι τράπεζες θα μπορούν να συμψηφίζουν τις ζημίες από το PSI και μέρος των «κόκκινων» δανείων με φόρους από μελλοντικά κέρδη.
Τραπεζικές πηγές εκφράζουν την ανησυχία τους για το αν, δεδομένων των χρονικών περιορισμών, η κυβέρνηση θα μπορέσει να ολοκληρώσει τις αλλαγές. Σημειώνεται ότι το αργότερο μέχρι τις 7 Νοεμβρίου οι τράπεζες θα πρέπει να έχουν καταθέσει τα οριστικά σχέδιά τους στην ΕΚΤ για το πώς θα καλύψουν τις κεφαλαιακές ανάγκες. Αλλά ακόμα και αν η κυβέρνηση προλάβει να ολοκληρώσει έγκαιρα τις απαιτούμενες αλλαγές, είναι εξαιρετικά αβέβαιο αν η ΕΚΤ επιτρέψει να κάνουν χρήση του σχετικού νόμου στον υπολογισμό των τελικών κεφαλαιακών αναγκών.
Οπως σημειώνουν στην «Κ» αναλυτές, δίχως το πλεονέκτημα του αναβαλλόμενου φόρου οι κεφαλαιακές ανάγκες των εγχώριων τραπεζών από το stress test θα διαμορφωθούν σε σχετικά υψηλά επίπεδα. Εκτιμούν ότι θα προχωρήσουν άμεσα σε αυξήσεις κεφαλαίου, όπως είχαν κάνει μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του stress test της Τράπεζας της Ελλάδος τον περασμένο Μάρτιο.
Ωστόσο αυτή τη φορά το εγχείρημα θα είναι δυσκολότερο, καθώς το κλίμα για την Ελλάδα έχει επιδεινωθεί εξαιτίας της πολιτικής αβεβαιότητας και του κινδύνου για πρόωρες εκλογές. Επιπλέον το γεγονός ότι τόσο σύντομα οι τράπεζες θα προχωρήσουν σε νέες αυξήσεις, με επίπτωση στους μετόχους που συμμετείχαν στις πρόσφατες αυξήσεις, θα πλήξει την αξιοπιστία των διοικήσεων. Ωστόσο τα αρνητικά αυτά σημεία μπορούν να αντισταθμιστούν σε μεγάλο βαθμό από την προοπτική σημαντικής ενίσχυσης του ιδιωτικού τομέα στο μετοχικό κεφάλαιο των τραπεζών αλλά και από την ελκυστική τιμή διάθεσης των νέων μετοχών. Επιπλέον πρόκειται για την τελευταία δοκιμασία των εγχώριων τραπεζών, καθώς η εποπτεία τους περνάει από την 1η Νοεμβρίου στην ΕΚΤ.

