Το θέμα του αναβαλλόμενου φόρου, αλλά και των αλλαγών που ζητάει η EBA, βρέθηκε στο επίκεντρο της συνάντησης μεταξύ του υπουργού Οικονομικών Γκίκα Χαρδούβελη και εκπροσώπων της Τράπεζας της Ελλάδος, του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) και της Ελληνικής Ενωσης Τραπεζών (ΕΕΤ).
Σύμφωνα με πληροφορίες, συζητήθηκαν οι ενέργειες που πρέπει να γίνουν για την ενσωμάτωση των αλλαγών που ζητούν οι ευρωπαϊκές αρχές, ενώ ορατός είναι ο κίνδυνος, λόγω των ασφυκτικών χρονικών περιθωρίων, να χαθεί οριστικά το πλεονέκτημα του αναβαλλόμενου φόρου ενόψει του stress test.
Η Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή γνωστοποίησε στην ελληνική πλευρά ότι δεν μπορεί να δεχθεί την αναγνώριση μέρους του αναβαλλόμενου φόρου για το stress test, όπως θεσμοθετήθηκε από την ελληνική κυβέρνηση. Η ΕΒΑ ζητάει από το ελληνικό Δημόσιο να καλύψει τον αναβαλλόμενο φόρο στην περίπτωση που οι τράπεζες δεν παρουσιάσουν κέρδη τα επόμενα χρόνια με μετρητά αντί με ομόλογα, καθώς και να περιοριστεί το χρονικό διάστημα των 30 ετών στο οποίο οι τράπεζες θα μπορούν να συμψηφίζουν τις ζημίες από το PSI και μέρος των «κόκκινων» δανείων με φόρους από μελλοντικά κέρδη.
Τραπεζικές πηγές εκφράζουν στην «Κ» την ανησυχία τους για το αν, δεδομένων των χρονικών περιορισμών, η κυβέρνηση θα μπορέσει να ολοκληρώσει τις αλλαγές. Οι ίδιες πηγές εκφράζουν τον προβληματισμό τους ότι η αλλαγή του τρόπου κάλυψης της μελλοντικής φορολογικής υποχρέωσης του Δημοσίου από ομόλογα σε μετρητά ανοίγει μια σειρά ευαίσθητων θεμάτων όπως η επίπτωση στο έλλειμμα και το χρέος αλλά και άλλα νομικής υφής ζητήματα που απαιτούν χρόνο για να αποσαφηνιστούν. Ετσι διατυπώνεται ανησυχία για τον κίνδυνο να χαθεί η ευκαιρία για την έμμεση κεφαλαιακή ενίσχυση των τραπεζών και τον περιορισμό των κεφαλαιακών αναγκών που θα προκύψουν από το stress test της ΕΚΤ. Με άλλα λόγια, είναι πλέον πιθανό οι εγχώριες τράπεζες να μην έχουν τη δυνατότητα αξιοποίησης του αναβαλλόμενου φόρου, κάτι που κάνουν Ιταλία, Ισπανία και Πορτογαλία. Σημειώνεται ότι και οι τρεις χώρες είχαν ολοκληρώσει τη νομοθεσία για τον αναβαλλόμενο φόρο εδώ και πολλούς μήνες, ενώ η ελληνική κυβέρνηση προχώρησε στην ψήφιση του σχετικού νόμου μία μόνο ημέρα πριν από την εκπνοή της σχετικής προθεσμίας και όπως φαίνεται από το αποτέλεσμα χωρίς να έχει συζητήσει επαρκώς για το θέμα με την ΕΒΑ και την τρόικα, ώστε να αποφύγει τον κίνδυνο επιπλοκών. Κάτι που δυστυχώς έγινε.
Σημειώνεται ότι το αργότερο μέχρι τις 7 Νοεμβρίου, οι τράπεζες θα πρέπει να έχουν καταθέσει τα οριστικά σχέδιά τους στην ΕΚΤ για το πώς θα καλύψουν τις κεφαλαιακές ανάγκες. Δίχως το πλεονέκτημα του αναβαλλόμενου φόρου οι κεφαλαιακές ανάγκες των εγχώριων τραπεζών από το stress test θα διαμορφωθούν σε σχετικά υψηλά επίπεδα. Ετσι οι τράπεζες είτε θα πρέπει να καταφύγουν στην εξαιρετικά επώδυνη επιλογή της άντλησης κεφαλαίων από το ΤΧΣ είτε να αναζητήσουν τα κεφάλαια από ιδιώτες μέσω αυξήσεων κεφαλαίου. Η πρώτη επιλογή θα οδηγήσει σε αύξηση του ποσοστού του Δημοσίου στις τράπεζες, κάτι που οι διοικήσεις των τραπεζών θα επιλέξουν μόνο αν δεν υπάρχει καμία άλλη εναλλακτική. Ωστόσο και οι αυξήσεις κεφαλαίου αποτελούν δύσκολη επιλογή. Το γεγονός ότι σύντομα θα προχωρήσουν σε νέες αυξήσεις, με επίπτωση στους μετόχους που συμμετείχαν στις πρόσφατες αυξήσεις, θα πλήξει την αξιοπιστία των διοικήσεων. Επιπλέον, ο πολιτικός κίνδυνος και το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών δημιουργούν αβεβαιότητα για την επιτυχία των νέων αυξήσεων. Ωστόσο οι κίνδυνοι αυτοί μπορούν να αντισταθμιστούν σε μεγάλο βαθμό από την προοπτική σημαντικής ενίσχυσης του ιδιωτικού τομέα στο μετοχικό κεφάλαιο των τραπεζών, αλλά και από την ελκυστική τιμή διάθεσης των νέων μετοχών.

