Στο 45% υποχώρησε οριακά ο δείκτης επενδυτικής διάθεσης των ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, από 46,5% το προηγούμενο εξάμηνο. Η κάμψη αυτή δεν υποδηλώνει εγκατάλειψη των επιχειρηματικών σχεδίων, καθώς το 78% των μονάδων εξακολουθεί να προγραμματίζει κάποιας μορφής επένδυση. Ωστόσο, καταγράφεται σημαντική επιβράδυνση στην υλοποίησή τους, με το ποσοστό των ώριμων σχεδίων σε φάση εφαρμογής να περιορίζεται στο 13% από 21% και τη μεταφορά τους στο αρχικό στάδιο της απλής σκέψης να αυξάνεται στο 54% από 43%. Παράλληλα, η ένταση των επενδύσεων υποχώρησε στο 12% του κύκλου εργασιών έναντι 19% το προηγούμενο διάστημα.
Τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από την εξαμηνιαία έρευνα συγκυρίας της Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας. Σύμφωνα με τα ευρήματα, η γεωπολιτική αβεβαιότητα επιβάρυνε προσωρινά το κλίμα χωρίς να μεταβάλει τα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη των επιχειρήσεων. Στο περιβάλλον αυτό η ψηφιακή αναβάθμιση παραμένει κεντρικός πυλώνας της επιχειρηματικής στρατηγικής, με την τεχνητή νοημοσύνη να αναδεικνύεται σε πεδίο άμεσης προτεραιότητας. Η συγκεκριμένη τεχνολογία παρουσιάζει διαφορετικά χαρακτηριστικά ενσωμάτωσης σε σχέση με παλαιότερα ψηφιακά εργαλεία, όπως τα συστήματα ERP και CRM, όπου το χάσμα μεταξύ μικρών και μεγάλων επιχειρήσεων παραμένει έντονο. Σήμερα, το 33% των ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων δηλώνει ότι ήδη χρησιμοποιεί εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης για επαγγελματικούς σκοπούς, ποσοστό που εμφανίζεται σχεδόν ανεξάρτητο από το μέγεθος της επιχείρησης. Επιπλέον, το 41% του τομέα αξιοποιεί αυτά τα εργαλεία σε προσωπικό επίπεδο, ενώ το 17% σχεδιάζει να τα εντάξει στη λειτουργία του στο μέλλον. Μόλις το 10% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι δεν προτίθεται να τα χρησιμοποιήσει ποτέ. Η τάση αυτή περιορίζει ταυτόχρονα το ψηφιακό χάσμα μεταξύ των εγχώριων επιχειρήσεων και μειώνει την απόσταση της Ελλάδας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Οι επιχειρήσεις που έχουν ήδη εντάξει την τεχνητή νοημοσύνη στην καθημερινότητά τους αναφέρουν συγκεκριμένα αποτελέσματα. Ειδικότερα, το 55% των χρηστών καταγράφει αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, το 48% διαπιστώνει βελτίωση στη διαδικασία λήψης αποφάσεων και το 45% αναφέρει αναβάθμιση της ποιότητας παραγωγής. Παράλληλα, το 32% και το 31% των επιχειρήσεων δηλώνουν θετική επίδραση στις πωλήσεις και μείωση του λειτουργικού κόστους.
Η μελέτη επισημαίνει ότι η απόδοση των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη ακολουθεί τη θεωρητική καμπύλη «J», καθώς τα οφέλη δεν είναι άμεσα αλλά απαιτούν συμπληρωματικές επενδύσεις σε δεξιότητες, δεδομένα και οργανωτικές δομές. Αυτό αποτυπώνεται και στον δείκτη επενδυτικής διάθεσης, ο οποίος ανέρχεται στις 63 μονάδες για τις επιχειρήσεις με εντατική χρήση τεχνητής νοημοσύνης, έναντι 40 μονάδων για εκείνες που δεν τη χρησιμοποιούν.
Η βασική πρόκληση για τον κλάδο εντοπίζεται στην έγκαιρη οικοδόμηση της εσωτερικής ικανότητας αξιοποίησης της νέας τεχνολογίας. Αυτή τη στιγμή, το 36% των μη χρηστών αναμένει την εμφάνιση έτοιμων εφαρμογών και το 28% ζητεί οικονομικά κίνητρα, μεταθέτοντας τη διαδικασία μάθησης για το μέλλον. Ωστόσο, η οργανωτική εμπειρία χτίζεται σταδιακά μέσα από μικρούς πειραματισμούς και εξοικείωση του προσωπικού. Το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην αγορά δεν θα καθοριστεί από την εύρεση ενός τέλειου εργαλείου, αλλά από την ταχύτητα προσαρμογής και τη συνεχή τριβή των επιχειρήσεων με τις νέες ψηφιακές δυνατότητες.

