Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλούν τα στοιχεία που προέκυψαν για την εγχώρια αγορά ακινήτων από την ανάλυση δεδομένων της ψηφιακής πλατφόρμας Uniko, η οποία συμπλήρωσε έναν χρόνο δραστηριότητας στην Ελλάδα. Η εταιρεία, που λειτουργεί ως κοινοπραξία της Εθνικής Τράπεζας (49%) και της Qualco (51%), έχει αναπτυχθεί ως ψηφιακός μεσίτης στην ελληνική αγορά, συνδέοντας σε ενιαίο περιβάλλον όλα τα στάδια της αγοραπωλησίας, από την αναζήτηση έως τον τεχνικό και νομικό έλεγχο και τη χρηματοδότηση.
Οπως ανέφερε σε παρουσίαση χθες ο διευθύνων σύμβουλος της Uniko, Χρήστος Φουσκούδης, μέσα σε έναν χρόνο η πλατφόρμα προσέλκυσε πάνω από ένα εκατομμύριο χρήστες, εξυπηρέτησε περισσότερους από 10.000 πελάτες, ενώ κατέγραψε άνω των 1.000 μοναδικών πωλητών κυρίως σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Παράλληλα, διαχειρίστηκε 4.679 αγγελίες, εκ των οποίων περίπου 822 μετατράπηκαν σε συμβόλαια, αποτυπώνοντας τον ρόλο της ως ψηφιακού μεσίτη που δεν περιορίζεται στην απλή καταχώριση ακινήτων, αλλά παρεμβαίνει ενεργά στη διαδικασία ολοκλήρωσης συναλλαγών.
Πέρα από τον όγκο δραστηριότητας, η ανάλυση αναδεικνύει ότι η επιτυχία μιας πώλησης δεν εξαρτάται μόνο από τις συνθήκες της αγοράς, αλλά κυρίως από τις αποφάσεις που λαμβάνονται πριν ακόμη δημοσιευθεί μια αγγελία. Τα ορθώς τιμολογημένα ακίνητα εμφανίζουν έως και 55% υψηλότερη πιθανότητα επιτυχούς πώλησης σε σχέση με τα υπερτιμημένα, ενώ ολοκληρώνουν τη συναλλαγή σημαντικά ταχύτερα, σε 176 ημέρες κατά μέσον όρο, έναντι 229,5 ημερών.
Η ελληνική αγορά ακινήτων εμφανίζει έντονες διαφοροποιήσεις ανά κατηγορία τιμής, με το μεγαλύτερο μέρος της ζήτησης να συγκεντρώνεται στα χαμηλότερα επίπεδα τιμών. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, η κατηγορία έως περίπου 100.000 ευρώ αποτελεί τη βασική δεξαμενή ενδιαφέροντος, όπου οι αγοραστές υπερτερούν και οι συναλλαγές ολοκληρώνονται ταχύτερα, δημιουργώντας μια αγορά όπου ο πωλητής βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη θέση. Αντιθέτως, η αγορά εμφανίζει ισορροπία γύρω στις 200.000 ευρώ, όπου παρατηρείται πιο συμμετρική σχέση προσφοράς και ζήτησης και, κατά συνέπεια, πιο «ορθολογική» διαπραγμάτευση μεταξύ αγοραστών και πωλητών. Ωστόσο, σε υψηλότερες ζώνες τιμών τα δεδομένα αλλάζουν σημαντικά. Ειδικότερα, στην κατηγορία 300.000-400.000 ευρώ καταγράφεται μόλις το 6% της συνολικής ζήτησης, γεγονός που οδηγεί σε περιορισμένο αγοραστικό ενδιαφέρον και μεγαλύτερους χρόνους παραμονής των ακινήτων στην αγορά.
Στον αντίποδα, στα ακίνητα άνω των 300.000 ευρώ η ζήτηση φτάνει περίπου στο 16%, στοιχείο που υποδηλώνει επιλεκτική αλλά υπαρκτή ζήτηση στην ανώτερη κατηγορία τιμών.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στα χαρακτηριστικά των ακινήτων, πέρα από την τιμή. Το 84% των αγοραστών δηλώνει προτίμηση σε κατοικίες μεταξύ πρώτου και τρίτου ορόφου, ενώ μόλις το 14% στρέφεται σε ισόγειες ή χαμηλότερες επιλογές. Παράλληλα, το 53% αναζητεί ακίνητα άνω των 80 τ.μ., ενώ τα πολύ μικρά ακίνητα κάτω των 50 τ.μ. συγκεντρώνουν μόλις το 3% του ενδιαφέροντος.

