Οι αμέτρητες καταγγελίες και τα παράπονα καταναλωτών, που περίμεναν επί μήνες και σε αρκετές περιπτώσεις μάταια την επίδοση της αλληλογραφίας τους από τα ΕΛΤΑ, φαίνεται πλέον να αποτυπώνονται και στα επίσημα στοιχεία. Τα δεδομένα δείχνουν ξεκάθαρα ότι οι καθυστερήσεις έχουν αυξηθεί δραματικά.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη μέτρηση ποιότητας ταχυδρομικών υπηρεσιών της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, οι χρόνοι παράδοσης για γράμματα και μικροδέματα πρώτης προτεραιότητας αυξήθηκαν σημαντικά το 2025. Συγκεκριμένα, η μέση επίδοση της αλληλογραφίας έφθασε στις 7,8 εργάσιμες ημέρες, έναντι 5,8 ημερών το 2024, καταγράφοντας καθυστέρηση σχεδόν δύο επιπλέον ημερών.
Βάσει των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας, τα ΕΛΤΑ οφείλουν να παραδίδουν το 90% των ταχυδρομικών αντικειμένων εντός τριών ημερών και το 98% εντός πέντε ημερών. Ωστόσο και το 2025 η συγκεκριμένη δέσμευση παρέμεινε κενό γράμμα, με την ψαλίδα όχι απλώς να μην κλείνει, αλλά να ανοίγει ακόμη περισσότερο. Ενδεικτικά, μόλις το 20,4% της αλληλογραφίας παραδόθηκε μέσα σε τρεις ημέρες, έναντι 35,6% το 2024. Αντίστοιχα, εντός πέντε ημερών επιδόθηκε μόλις το 42,8% των αντικειμένων, όταν ένα χρόνο πριν το ποσοστό έφθανε στο 60%.
Ο δημόσιος οργανισμός, ο οποίος ταλαιπωρείται από έντονα οικονομικά προβλήματα, δεν είναι λίγες οι φορές που έχει βρεθεί αντιμέτωπος με κυκεώνα παραπόνων το τελευταίο διάστημα. Τα ζητήματα αυτά επαναλαμβάνονται διαρκώς γύρω από τον ίδιο πυρήνα: λογαριασμοί ηλεκτρικού ρεύματος και ύδρευσης που φθάνουν μήνες μετά τη λήξη της προθεσμίας πληρωμής, τραπεζικές κάρτες που καθυστερούν υπερβολικά να παραδοθούν στους παραλήπτες τους, αλλά και επιδόματα που οι δικαιούχοι περιμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αυτό έχει οδηγήσει σε απώλεια σημαντικού μέρους του έργου, καθώς η διανομή έχει ήδη ανατεθεί σε ιδιωτικές εταιρείες ταχυμεταφορών.
Και το πιο αποθαρρυντικό είναι ότι δεν διαφαίνεται φως στο τούνελ, παρότι η θυγατρική του Υπερταμείου μετράει ήδη τρία χρόνια από τότε που μπήκε σε διαδικασία εξυγίανσης. Η βελτίωση της κατάστασης μόνο εύκολη υπόθεση δεν θεωρείται, καθώς πρόκειται για ένα πολυεπίπεδο πρόβλημα. Η διαλογή του μεγαλύτερου όγκου της αλληλογραφίας εξακολουθεί να γίνεται χειρωνακτικά, ενώ το κλείσιμο μικρότερων σημείων διανομής στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης, αλλά και καταστημάτων σε πυκνοκατοικημένες περιοχές της Αττικής, σε συνδυασμό με τη μεταφορά σημαντικού μέρους της διακίνησης σε ιδιωτικές εταιρείες, έχει μεταβάλει το επιχειρησιακό μοντέλο. Την ίδια ώρα, οι ταχυδρόμοι καλούνται να καλύψουν διευρυμένες περιοχές, γεγονός που αυξάνει τον επιχειρησιακό τους φόρτο. Παράλληλα, το κύριο βάρος της συζήτησης μετατοπίζεται πλέον στην επιβίωση του οργανισμού και λιγότερο στις επιδόσεις του.
Προτεραιότητα αποτελεί η ολοκλήρωση του σχεδίου μετασχηματισμού του δικτύου στην περιφέρεια, το οποίο βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν προκλήσεις, μεταξύ των οποίων και οι ισχυρισμοί ορισμένων πρακτόρων ότι η λειτουργία ενός πρακτορείου δεν είναι βιώσιμη, λόγω της περιορισμένης δραστηριότητας και των μειωμένων εσόδων. Σε αυτό το πλαίσιο, κάποια πρακτορεία φέρεται να αποζημιώνονται σε μηνιαία βάση με το ποσό των 1.000 ευρώ, προκειμένου να συνεχίσουν να λειτουργούν.

