Ως μια μοναδική περίπτωση και μια νέα επενδυτική ευκαιρία για επενδυτές που επιδιώκουν διαφοροποίηση εντός των ευρωπαϊκών ανεπτυγμένων αγορών, χαρακτηρίζουν την επιστροφή του ελληνικού Χρηματιστηρίου στην ελίτ των ανεπτυγμένων αγορών στελέχη της MSCI, του μεγαλύτερου παρόχου διεθνώς, με κεφάλαια που είναι επενδεδυμένα στους δείκτες του να ξεπερνούν τα 18 τρισ. δολάρια.
Η αναταξινόμηση της Ελλάδας είναι το αποτέλεσμα του πώς μια δεκαετία μεταρρυθμίσεων, ανοικοδόμησης και κανονιστικής σύγκλισης οδήγησε σε μια θεμελιώδη αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο οι παγκόσμιοι θεσμικοί επενδυτές αξιολογούν την ελληνική αγορά, όπως σημειώνουν σε ανάλυσή τους τα στελέχη του οίκου, Ραμάν Αϊλούρ Σουμπραμανιάν, Σέζαρ Ραμίρεζ και Γιολάντα Γουάνγκ.
«Καμία αγορά στην ιστορία της MSCI δεν έχει διανύσει παρόμοια διαδρομή με την Ελλάδα», σημειώνουν χαρακτηριστικά. Η Ελλάδα ήταν η πρώτη –και παραμένει η μόνη– ανεπτυγμένη αγορά που υποβαθμίστηκε ποτέ σε καθεστώς αναδυόμενης αγοράς, όπως εξηγούν. Η κρίση δημοσίου χρέους του 2010 άφησε την αγορά μετοχών της να μην πληροί τα πρότυπα των ώριμων αγορών σε μια σειρά κριτηρίων. Οι συνέπειες της κρίσης ήταν σοβαρές, με τον δείκτη MSCI Ελλάδας να μένει τότε με μόλις δύο μετοχές, χωρίς καμία τράπεζα, και κεφαλαιοποίηση 5,5 δισ. δολαρίων, έναντι 24 μετοχών και 27,9 δισ. δολαρίων όταν η Ελλάδα είχε ενταχθεί στις ανεπτυγμένες αγορές το 2001, όπως σημειώνουν.
«Καμία αγορά στην ιστορία της MSCI δεν έχει διανύσει παρόμοια διαδρομή με την Ελλάδα», σημειώνουν στην έκθεσή τους τρία στελέχη του οίκου.
Εκτοτε μεσολάβησε μια περίοδος θεμελιώδους ανασυγκρότησης της ελληνικής οικονομίας. Η Ελλάδα ανέκτησε την επενδυτική βαθμίδα το 2023, ενώ από το 2021 η οικονομία της υπεραποδίδει του ευρωπαϊκού μέσου όρου, με μέση αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ στο 4,75% έναντι περίπου 3% στην Ευρώπη την περίοδο 2021-2024. Ο δείκτης χρέους προς ΑΕΠ μειώθηκε επίσης σημαντικά, από 209,9% το 2020 σε 154,8% το 2024, και εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει περαιτέρω προς το 130% έως το 2030. Αυτό το ισχυρό μακροοικονομικό πλαίσιο αντικατοπτρίζεται στην απόδοση της αγοράς μετοχών, με τον ελληνικό δείκτη να υπεραποδίδει τόσο έναντι των αναδυόμενων αγορών όσο και έναντι της Ευρώπης.
Δεκατρία χρόνια αργότερα, σε μια διαβούλευση της MSCI τον Ιανουάριο του 2026, η οποία έλαβε ευρεία υποστήριξη από παγκόσμιους επενδυτές, ιδιοκτήτες περιουσιακών στοιχείων, διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων και χρηματιστές, διαπιστώθηκε ότι η υποδομή της αγοράς της Ελλάδας είχε ανταποκριθεί στα ανεπτυγμένα ευρωπαϊκά πρότυπα έπειτα από συνεχείς μεταρρυθμίσεις, εξηγούν τα στελέχη της MSCI. Ετσι, η Ελλάδα θα επιστρέψει τον Μάιο του 2027 στο γκρουπ των ανεπτυγμένων αγορών.
«Η αναταξινόμηση προκαλεί μια διαχειρίσιμη αλλά σημαντική προσαρμογή για όσους είναι τοποθετημένοι στις αναδυόμενες αγορές και εισάγει επίσης μια νέα ευκαιρία στις ευρωπαϊκές μετοχές για επενδυτές που επιθυμούν να διαφοροποιηθούν εντός των ανεπτυγμένων αγορών», τονίζει η ανάλυση.
Η επανένταξη της Ελλάδας στην ανεπτυγμένη Ευρώπη μαρτυρεί επίσης την ανθεκτικότητα του θεσμικού πλαισίου της Ε.Ε. και τον ρόλο της στην υποστήριξη της οικονομικής ανάκαμψης σε όλα τα κράτη-μέλη, όπως σημειώνουν τα στελέχη της MSCI. «Η πορεία της Ελλάδας –από τα βάθη της κρίσης δημοσίου χρέους έως την απόκτηση επενδυτικής βαθμίδας και την αναταξινόμησή της στις ανεπτυγμένες αγορές σε λίγο περισσότερο από μια δεκαετία– αντικατοπτρίζει τον βαθμό στον οποίο οι υποδομές της αγοράς και τα πρότυπα προσβασιμότητας έχουν συγκλίνει με εκείνα της ανεπτυγμένης Ευρώπης», τονίζουν χαρακτηριστικά.

