Τουλάχιστον οκτώ εξαγορές έχουν γίνει από την αρχή του έτους μέχρι σήμερα στον ευρύτερο κλάδο των τροφίμων –βιομηχανία, λιανεμπόριο τροφίμων και εστίαση–, ενώ σε εξέλιξη βρίσκονται πολλές συζητήσεις με κάποιες εξ αυτών να είναι σε εξαιρετικά προχωρημένο στάδιο, με τις σχετικές ανακοινώσεις να αναμένονται πολύ σύντομα, ακόμη και μέσα στις επόμενες ημέρες. Η ύπαρξη πολλών προοπτικών ανάπτυξης, κυρίως σε ό,τι αφορά τις ξένες αγορές δεδομένου του γεγονότος ότι η εγχώρια αγορά είναι μικρή, αλλά μεγαλώνει σημαντικά στη διάρκεια της τουρι-στικής περιόδου, καθιστά αναγκαία την ύπαρξη μεγάλων πλέον επιχειρηματικών σχημάτων. Αυτά μπορούν να είναι πιο ανταγωνιστικά, καθώς διαθέτουν τη δύναμη να προχωρήσουν σε επενδύσεις στην παραγωγή, στην καινοτομία και την εξωστρέφεια.
Ειδικότερα, από τις αρχές του 2026 μέχρι σήμερα έχουν ανακοινωθεί οι ακόλουθες εξαγορές:
Εξαγορά πλειοψηφικού πακέτου μετοχών της γαλακτοβιομηχανίας «Φάρμα Κουκάκη» στο Κιλκίς από το fund EOS Capital Partners με επικεφαλής τον πρώην τραπεζίτη Απόστολο Ταμβακάκη.
Εξαγορά συμμετοχής στη Vamvalis Foods, εταιρεία επεξεργασίας ξηρών καρπών, αποξηραμένων φρούτων και μπαρών δημητριακών, από το fund Elikonos Capital. Η εταιρεία είναι γνωστή από τα δικά της σήματα Pellito, Instabar και Terrabites, ενώ έχει μεγάλη δραστηριότητα στην παραγωγή προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας για τις μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ.
Εξαγορά της εταιρείας βιολογικών προϊόντων «Βιοϋγεία» από το fund SMERC.
Εξαγορά πλειοψηφικού πακέτου μετοχών της αλυσίδας εστίασης «Ο Πρόεδρος» από το fund Golden Age Capital με επικεφαλής τον Περικλή Μαζαράκη. H αλυσίδα «Ο Πρόεδρος» είχε εξαγοράσει πριν από μερικούς μήνες την έτερη αλυσίδα ψητοπωλείων «Cook and Grill».
Τουλάχιστον μία εξαγορά ακόμη στον κλάδο των τροφίμων αναμένεται φέτος από την Ideal Holdings.
Εξαγορά της εταιρείας διανομών Αφοί Κοντζόγλου από την αλυσίδα σούπερ μάρκετ «Μασούτης».
Εξαγορά από την «ΑΒ Βασιλόπουλος» καταστημάτων στη Σαντορίνη, τα οποία λειτουργούσαν πρώτα με το σήμα «Carrefour».
Μέσα στους πρώτους μήνες του 2026 έχουμε και δύο πολύ μεγάλες συγκεντρώσεις: πρώτον, την εξαγορά της αλυσίδας σούπερ μάρκετ «ΑΝΕΔΗΚ Κρητικός» από τη «Μασούτης» με τη σχετική απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού να αναμένεται τον Μάιο. Δεύτερον, τη συμφωνία των τραπεζών για την πώληση της μεγαλύτερης εταιρείας ιχθυοκαλλιεργειών στην Ελλάδα, της Avramar, από τον καναδικό κολοσσό Cooke Aquaculture.
Τι θα πρέπει να αναμένουμε το 2026; Μία τουλάχιστον εξαγορά στον κλάδο των τροφίμων από την Ideal Holdings. Η εταιρεία τους πρώτους μήνες του 2026 ήταν σε διαπραγματεύσεις με την εταιρεία «Ροδούλα» που δραστηριοποιείται στις κατεψυγμένες ζύμες, διαπραγματεύσεις, όμως, οι οποίες ναυάγησαν. Σύμφωνα με όσα δήλωσε πρόσφατα από τους Δελφούς ο επικεφαλής της εισηγμένης Λάμπρος Παπακωνσταντίνου, η εταιρεία βρίσκεται σε προχωρημένες διαπραγματεύσεις για μια εξαγορά, με τις υπογραφές να αναμένονται τον Ιούνιο. Αν και δεν προσδιόρισε κλάδο, δεν έχει περάσει πολύς καιρός από όταν η Ideal Holdings είχε επισημάνει ότι στόχος είναι η απόκτηση εταιρειών συμπληρωματικών της «Μπάρμπα Στάθης».
Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον αναμένονται οι αποφάσεις και οι κινήσεις του fund CVC για τη βιομηχανία ΔΕΛΤΑ, από την οποία προετοιμάζεται να αποεπενδύσει. Πληροφορίες, εξάλλου, θέλουν τη βιομηχανία τυριών «Καράλης» στην Ηπειρο να εξετάζει την εξαγορά μικρότερης εταιρείας του κλάδου, αλλά και να διερευνά το ενδεχόμενο εισόδου στην κατηγορία της παραγωγής φρέσκου γάλακτος.
Υπενθυμίζεται ότι το 2025, σύμφωνα με τη σχετική έκθεση της PwC, πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα 19 συμφωνίες και συγχωνεύσεις στον κλάδο των τροφίμων, συνολικής αξίας 800 εκατ. ευρώ. Σύμφωνα, μάλιστα, με όσα είχε αναφέρει κατά την παρουσίαση της έκθεσης ο κ. Γιώργος Μακρυπίδης, επικεφαλής του τμήματος συμφωνιών και εταίρος της PwC, ο κλάδος των τροφίμων έχει μπει στο ραντάρ ξένων στρατηγικών επενδυτών και τα επόμενα χρόνια αναμένονται σε αυτόν συναλλαγές μεγαλύτερης αξίας.
Πλειοψηφικό μερίδιο της «Βιοϋγείας» στο fund Smerc II
Στον κλάδο των τροφίμων έκανε την πρώτη του επένδυση το δεύτερο fund με επικεφαλής τον Νίκο Καραμούζη, το fund Smerc II, καθώς απέκτησε ισχυρό πλειοψηφικό ποσοστό στην εταιρεία «Βιοϋγεία», συμφερόντων μέχρι τώρα της οικογενείας Ταμβακάκη, αλλά εκτός των επενδύσεων του fund EOS Capital Partners, και με μέτοχο και τον Χριστόφορο Μαυρόπουλο, ιδρυτή της Eurocatering (Φρεσκούλης).
Με την απόκτηση της «Βιοϋγείας» το SMERC ενισχύει την παρουσία του στον κλάδο των βιολογικών τροφίμων, πέραν αυτής που έχει μέσω της επένδυσης του Smerc I στην εταιρεία «Οrganic 3S», καθώς η εξαγορασθείσα εταιρεία κατέχει ηγετική θέση στην παρασκευή, τυποποίηση και χονδρική πώληση βιολογικών τροφίμων.
Ειδικότερα, η «Βιοϋγεία», η οποία ιδρύθηκε το 2000, με βασικό σήμα το Ola Bio, κυριαρχεί σήμερα στα βιολογικά προϊόντα ξηρού φορτίου (όσπρια, δημητριακά, ζυμαρικά, ξηροί καρποί κ.ά.) στην Ελλάδα, ενώ αντιπροσωπεύει και κορυφαία διεθνή σήματα, όπως Yogi Tea, Rapunzel, Koko, Holle και Ecomil.
Τα προϊόντα της διανέμονται μέσω των μεγαλύτερων αλυσίδων λιανικής και εξειδικευμένων δικτύων βιολογικών προϊόντων, ενώ η εταιρεία αναπτύσσει και εξαγωγική δραστηριότητα. Το 2025 ο κύκλος εργασιών της ανήλθε σε 23 εκατ. ευρώ, τα λειτουργικά της κέρδη σε 2,8 εκατ. ευρώ, ενώ η εταιρεία έχει μηδενικό δανεισμό.
H «Βιοϋγεία» αντιπροσωπεύει κορυφαία διεθνή σήματα, όπως Yogi Tea, Rapunzel, Koko, Holle και Ecomil.
Οι μέχρι τώρα ιδιοκτήτες της εταιρείας θα διατηρήσουν μικρή συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο και θα εκπροσωπούνται στο διοικητικό συμβούλιο, ενώ τα στελέχη που «έτρεχαν» την εταιρεία θα εξακολουθήσουν να ασκούν το μάνατζμεντ.
Μεσοπρόθεσμος στόχος του SMERC είναι η περαιτέρω ανάπτυξη της «Βιοϋγείας», κυρίως μέσω επιλεκτικών εξαγορών εταιρειών του κλάδου που διαθέτουν ισχυρά, επώνυμα και ποιοτικά προϊόντα, και η δημιουργία ενός μεγαλύτερου επιχειρηματικού σχήματος, το οποίο θα έχει διευρυμένες δυνατότητες πρόσβασης στις κεφαλαιαγορές, καθώς και επενδύσεων σε παραγωγικές υποδομές, νέα προϊόντα, τεχνολογίες και εξαγωγές και υιοθέτησης σύγχρονης εταιρικής διακυβέρνησης.
Για ποιο λόγο, πάντως, να προχωρήσει το SMERC στην εξαγορά μιας εταιρείας με προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας, η αγορά των οποίων, υπό συνθήκες παρατεταμένης ακρίβειας, δεν φαίνεται τόσο ελκυστική; «Κατ’ αρχάς δεν κάνει κάποιος μια επένδυση με βάση το τι ισχύει στην τρέχου-σα συγκυρία. Τα βιολογικά προϊόντα έχουν συγκεκριμένο κοινό στην Ελλάδα και η ζήτησή τους δεν επηρεάζεται από τις παρούσες συνθήκες», επισήμανε στην «Κ» υψηλόβαθμο στέλεχος του SMERC.
Πάντως, βασικό κίνητρο για την εξαγορά αποτελεί ακριβώς το γεγονός ότι τα βιολογικά προϊόντα παρουσιάζουν υψηλές προοπτικές ανάπτυξης στην εγχώρια αγορά, καθώς το μερίδιό τους παραμένει σε χαμηλό μονοψήφιο ποσοστό, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στην υπόλοιπη Ευρώπη.

