Μια φορά ήταν ένας Κινέζος, ένας Ελληνας και ένας Ιταλός. O Κινέζος πουλούσε πολύ φθηνά, κερδίζοντας συνεχώς πελατεία. O Ελληνας πανικοβλήθηκε ότι θα του κλείσει το μαγαζί και αποφάσισε να λάβει μέτρα: να τον ελέγχει αυστηρά και αν κάτι δεν κάνει καλά να επιβάλει τσουχτερά πρόστιμα. Και ο Ιταλός πανικοβλήθηκε και είπε να πάρει μέτρα: να συνεργαστεί μαζί του για να περνάει όλη η πραμάτεια του από ιταλικά λιμάνια!
Οχι, δεν είναι ανέκδοτο, είναι μια απλοϊκή απόδοση της τακτικής που αποφάσισε να ακολουθήσει η κυβέρνηση της γειτονικής Ιταλίας, εκμεταλλευόμενη τη γεωγραφική θέση της χώρας, προκειμένου να μετριάσει στο μέτρο του δυνατού τις επιπτώσεις από την «εισβολή» των κινεζικών προϊόντων.
Η ιταλική κυβέρνηση επιθυμεί να μετατρέψει λιμάνια της, με αιχμή το Gioia Tauro, «σε πύλες εισόδου» των κινεζικών προϊόντων προς τις αγορές της Ευρώπης.
Τις διαδικασίες που έχουν δρομολογηθεί παρουσιάζει σε έγγραφό του προς το Υπουργείο Εξωτερικών το Γραφείο Οικονομικών & Εμπορικών Υποθέσεων της Ελληνικής Πρεσβείας στη Ρώμη. Εκτίμηση της Πρεσβείας είναι ότι οι δράσεις που εξετάζει η γείτων χώρα θα μπορούσαν να υιοθετηθούν και από την Ελλάδα που επίσης διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα. Το λιμάνι της Θεσσαλονίκης κάλλιστα θα μπορούσε παραδείγματος χάριν να αποτελέσει το «μέσο» για την έξοδο κινεζικών προϊόντων προς τα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη, περιοχές που έχουν στρατηγική σημασία για την κινεζική παραγωγή.
Στην Ιταλία πιστεύουν ότι η υποδοχή μεγάλου μέρους κινεζικών προϊόντων που κατευθύνονται προς τις μεγάλες αγορές της Δύσης θα έχει θετικότατες συνέπειες στα οικονομικά των λιμένων αλλά και ολόκληρης της περιοχής γύρω από αυτούς. Και τούτο διότι ο στόχος είναι, όχι μόνο να διακινούνται τα κινεζικά προϊόντα από ιταλικά λιμάνια αλλά και να εκτελωνίζονται σε αυτά. Ετσι, οι αρχές των λιμένων θα λαμβάνουν τα δικαιώματα εκτελωνισμού της E.E. Αξίζει να σημειωθεί ότι φέτος υπολογίζεται να «ταξιδέψουν» περίπου 40 εκατ. κοντέινερ από τα κινεζικά λιμάνια με προορισμό την Ευρώπη.
Ειδική επιτροπή, που έχει συσταθεί στο πλαίσιο πρόσφατης ιταλοκινεζικής συμφωνίας, έχει αρχίσει ήδη να εργάζεται προς την κατεύθυνση αυτή, αναζητώντας ταυτόχρονα φόρμουλες και για την άρση εμποδίων που παρουσιάζονται π.χ. logistics. Μεταξύ των ιδεών που συζητούνται είναι η πρόσκληση κινεζικών εταιρειών να συμβάλουν στα έργα αναβάθμισης των λιμένων, η αποστολή τελωνειακών κλιμακίων στην Κίνα για να γίνονται οι έλεγχοι ήδη από τη φόρτωση και η λειτουργία εξελιγμένων συστημάτων logistics.
Σήμερα, ο μεγαλύτερος όγκος των κινεζικών κοντέινερ περνάει στη Γηραιά Ηπειρο από τα λιμάνια της Βορείου Ευρώπης, έναντι των οποίων εκτιμάται ότι τα ιταλικά έχουν πλεονεκτήματα κυρίως λόγω γεωγραφικής θέσης. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι συντομεύεται η διάρκεια του ταξιδιού όπως υπολογίζεται κατά 5 – 7 ημέρες -μέσω διώρυγας Σουέζ & Μεσογείου- γεγονός που θα έχει ως αποτέλεσμα μείωση του κόστους των φορτωτικών αλλά και μεγαλύτερη συνέπεια στις παραδόσεις/παραλαβές και βέβαια στο συνολικό τους κόστος. Μέχρι στιγμής, η αρμόδια ειδική επιτροπή έχει προκρίνει ως καταλληλότερα τα λιμάνια Gioia Tauro -που ήδη απορροφάει το 60% του συνόλου των κινεζικών φορτίων στην Ιταλία- και το Taranto, ενώ αναζητείται το τρίτο.
Βεβαίως, κρίσιμο μέγεθος για την υλοποίηση των σχεδιασμών είναι η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των ιταλικών λιμένων, καθώς ο ανταγωνισμός δεν προέρχεται μόνο από τα λιμάνια της Βόρειας Ευρώπης αλλά και από άλλες χώρες που έχουν τη δυνατότητα να προσφέρουν πολύ χαμηλότερο κόστος (Τουρκία, Αλβανία Λιβύη) στους Κινέζους εξαγωγείς.
«Το υπαρκτό πρόβλημα των απομιμήσεων αλλά και ο φόβος από την «εισβολή» των προϊόντων της τεράστιας κινεζικής παραγωγής αντικαθίσταται από την προσπάθεια εκμετάλλευσης του εμπορικού δρόμου που αυτά ακολουθούν για να καλύψουν τις μεγάλες αγορές της Δύσης», επισημαίνεται στο έγγραφο της πρεσβείας μας στη Ρώμη.
«Ο διορισμός ειδικής επιτροπής με επικεφαλής πληρεξούσιο υπουργό του Ιταλικού ΥΠΕΞ», τονίζεται, «αλλά και η εμπλοκή της οικονομικής διπλωματίας της Ιταλίας στο θέμα καταδεικνύει την σημασία του, που πέρα από οικονομική είναι και σαφώς γεωπολιτική».
Οι αγορές των Βαλκανίων και της Ανατολικής Ευρώπης, υπογραμμίζεται, αποτελούν από καιρό στόχο για την κινεζική παραγωγή η οποία θα έβλεπε μια ακόμη διέξοδο για τα προϊόντα της σε χώρες χαμηλότερου εισοδήματος από την E.E., αλλά μεγάλων δυνατοτήτων απορρόφησης φθηνών προϊόντων της. «Στο πλαίσιο αυτό», καταλήγει, «το λιμάνι της Θεσσαλονίκης θα μπορούσε να προσφέρει τις υπηρεσίες του για τον εν λόγω στόχο».
Από τα ιταλικά λιμάνια Gioia Tauro και Taranto διακινήθηκαν το 2003 κοντά στα 4 εκατ. κοντέινερ, ενώ από το λιμάνι του Πειραιά 1,8 εκατ. κοντέινερ.
Το θέμα των κινεζικών προϊόντων φυσικά απασχολεί και την Ελλάδα που βλέπει την εν λόγω επιχειρηματική δραστηριότητα να αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο και να προκαλεί εύλογη ανησυχία σε εμπόρους και μη. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο στο EBEA είναι εγγεγραμμένες περισσότερες από 200 εταιρείες. Αν και δεν υπάρχει ακόμη ακριβής εικόνα για τον αριθμό των κινεζικών καταστημάτων, υπολογίζεται ότι σήμερα πρέπει ανά την Ελλάδα να λειτουργούν περισσότερα από 1.500 σημεία πώλησης.
Ο εμπορικός κόσμος πιστεύει ότι ο αριθμός τους μπορεί να προσεγγίζει τα 3.000 καταστήματα και εκφράζει την ανησυχία του για τις επιπτώσεις, ειδικά στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που, εκτός των άλλων, έχουν να αντιμετωπίσουν και την υποτονικότητα που παρουσιάζει η αγορά τα τελευταία χρόνια. Σε καμιά περίπτωση η επιχειρηματική δραστηριότητα των Κινέζων δεν μπορεί να περιορισθεί και στο διά ταύτα οι περισσότεροι πιστεύουν ότι η απάντηση στην «επέλαση» των κινεζικών προϊόντων περνάει μέσα από την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.
Στο Υπουργείο Ανάπτυξης, όπου κατά κανόνα έχει στραφεί ο εμπορικός κόσμος διατυπώνοντας τις ανησυχίες του, την περίοδο αυτή βρίσκεται σε διαδικασία καταγραφής όλων των κινεζικών εταιρειών που λειτουργούν ανά την Ελλάδα. Στόχος είναι να καταστούν αποτελεσματικότεροι οι έλεγχοι σε ό,τι αφορά τη νομιμότητα σε όλο το φάσμα της λειτουργίας τους: «Πέρα από το εάν είναι τυπικώς εντάξει, να δούμε εάν πράγματι τα εμπορεύματα εισάγονται και διακινούνται νόμιμα», λένε πηγές του υπουργείου.

