Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε στις 13 Ιουλίου ότι από την έναρξη της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή στα τέλη Φεβρουαρίου, η Ε.Ε. έχει δαπανήσει επιπλέον περίπου 53 δισ. ευρώ για εισαγωγές ορυκτών καυσίμων. Δεν διευκρινιζόταν, αλλά είναι γνωστό ότι τα χρήματα ως επιπλέον κόστος καυσίμων δεν τα πλήρωσε κάποιος κοινοτικός προϋπολογισμός, αλλά ο Ευρωπαίος καταναλωτής. Εμείς όλοι δηλαδή που βάζουμε βενζίνη στο πρατήριό μας. Βγήκαν από την τσέπη μας.
Την ίδια στιγμή, για να αντιμετωπίσουν την κατάσταση, πολλές κυβερνήσεις έχουν σπεύσει και έχουν εφαρμόσει κάποια μέτρα ελάφρυνσης του πρόσθετου κόστους, με μέτρα συνολικού ύψους 14,5 δισ. ευρώ. Οπως έκανε και η Ελλάδα με την επιδότηση του ντίζελ και το fuel pass. Εάν παρατείνονταν μέχρι το τέλος του έτους, η Κομισιόν είχε εκτιμήσει ότι το κόστος για όλη την Ευρώπη θα έφτανε στα 38,6 δισ. ευρώ. Και αυτά τα πληρώνει ο Ευρωπαίος φορολογούμενος, μέσω των φόρων που καταβάλλει στη χώρα του. Δηλαδή και πάλι από την τσέπη του. Συγκεκριμένα βγαίνουν από τους προϋπολογισμούς των χωρών, χωρίς την παραμικρή διευκόλυνση από πλευράς Ε.Ε. Οποιος έχει, δίνει. Οποιος δεν έχει, υπομένει στωικά το πρόβλημα. Ενίοτε πληρώνοντας βαρύ κοινωνικό και πολιτικό κόστος.
Για τα μέτρα που έχουν ήδη εφαρμοσθεί, η Κομισιόν, που δεν έχει συμβάλει οικονομικά σε τίποτα, εμφανίζεται επιφυλακτική για την αποτελεσματικότητά τους, καθώς μεταξύ άλλων μειώνουν το κίνητρο περιορισμού της ενεργειακής κατανάλωσης. Το ότι η οικονομία που έχει φτιαχτεί στην Ε.Ε. στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις οδικές μεταφορές και αν υπάρξει μείωση κατανάλωσης θα υπάρχει και επιβράδυνση ίσως και ύφεση της οικονομίας, η Κομισιόν δεν λέει τίποτα.
Λογική συνέπεια που θα περίμενε κανείς βάσει των παραπάνω, θα ήταν ότι αν υπάρχει ένα υπερβάλλον κόστος και δεν θέλεις να θέσεις σε κίνδυνο τα οικονομικά σου, να σπεύσεις έστω στη ρίζα του προβλήματος και να συμμετάσχεις στην αντιμετώπισή του. Ή το ένα πρέπει να κάνεις ή το άλλο. Σίγουρα δεν μπορείς να μένεις άπραγος.
Η Ε.Ε. ωστόσο απέχει από όλα τα μέτωπα που προκαλούν τη διαταραχή στις τιμές της ενέργειας. Τόσο από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή όσο και από αυτόν στην Ουκρανία. Ο τελευταίος με τη θέση εκτός λειτουργίας πολλών διυλιστηρίων έχει εκτοξεύσει τις τιμές του πετρελαίου κίνησης, παντού στην Ευρώπη και βέβαια στην Ελλάδα. Και πλέον υπάρχει και τρίτο σημείο πίεσης, στη Μαύρη Θάλασσα, με τις επιθέσεις σε πλοία μεταφοράς ενέργειας και με προβλήματα στην παραγωγή του Καζακστάν. Σε κανένα από τα σημεία όπου υπάρχει πρόβλημα δεν φαίνεται να υπάρχει σε εξέλιξη κάποια ευρωπαϊκή πρωτοβουλία συνεννόησης, άσκησης πολιτικής πίεσης, προκειμένου να περιοριστεί το πρόβλημα και να παραμείνουν ελεύθερες οι οδεύσεις.
Τον λογαριασμό ωστόσο σε όλες τις περιπτώσεις, τον πληρώνει ο Ευρωπαίος καταναλωτής, σε βαθμό που δεν αρκεί πλέον να μιλάμε μόνο για «εισαγόμενο πληθωρισμό». Πρόκειται εν μέρει για οικονομικό κόστος γεωπολιτικών επιλογών και γεωπολιτικής αδυναμίας μαζί, συν την άρνηση της πραγματικότητας με την παράλογη επιμονή στη δημοσιονομική πειθαρχία.

