Το νέο μπρα ντε φερ Ε.Ε. και ΗΠΑ

Ενα χρόνο μετά τη συμφωνία στη Σκωτία, η Ουάσιγκτον βάζει δασμούς και οι Βρυξέλλες πρόστιμα

το-νέο-μπρα-ντε-φερ-ε-ε-και-ηπα-564368137 Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψαν στις 27 Ιουλίου 2025 στη Σκωτία συμφωνία με στόχο να αποτραπεί γενικευμένη εμπορική σύγκρουση. [A.P.]
Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψαν στις 27 Ιουλίου 2025 στη Σκωτία συμφωνία με στόχο να αποτραπεί γενικευμένη εμπορική σύγκρουση. [A.P.]
Φόρτωση Text-to-Speech...

Λίγες ημέρες πριν συμπληρωθεί ένας χρόνος από τη συμφωνία του Turnberry, η εμπορική σχέση Ευρωπαϊκής Ενωσης και Ηνωμένων Πολιτειών βρέθηκε αντιμέτωπη με την πρώτη ουσιαστική δοκιμασία της. Από τη μία πλευρά, ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε την Πέμπτη νέους δασμούς σε περισσότερους από 60 εμπορικούς εταίρους, μεταξύ των οποίων και η Ε.Ε., επικαλούμενος ανεπαρκή αντιμετώπιση της καταναγκαστικής εργασίας. Από την άλλη, η Κομισιόν επέβαλε νωρίτερα την ίδια ημέρα πρόστιμο 890 εκατ. ευρώ στην Google για παραβίαση του κανονισμού στις ψηφιακές αγορές (DMA) προκαλώντας έντονες αντιδράσεις στην Ουάσιγκτον, που κάνουν λόγο για «υπονόμευση» των εμπορικών σχέσεων. Πρόκειται για δύο εξελίξεις που ήρθαν να «τεστάρουν» στην πράξη τη συμφωνία που υπεγράφη στις 27 Ιουλίου 2025 από την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και τον Τραμπ στη Σκωτία με στόχο να αποτραπεί γενικευμένη εμπορική σύγκρουση.

Στις Βρυξέλλες επιμένουν, πάντως, ότι το πλαίσιο της συμφωνίας παραμένει σε ισχύ καθώς, όπως εξηγούν Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, η απόφαση του Τραμπ για νέους δασμούς δεν μεταβάλλει τις βασικές δεσμεύσεις που είχαν αναληφθεί στο Turnberry, ενώ δεν σημειώθηκε νέα γενικευμένη αύξηση των δασμών. Στην Κομισιόν εκτιμούν, εξάλλου, ότι η διατήρηση της συμφωνίας και η προβλεψιμότητα που προσφέρει πλέον στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις υπερισχύουν μιας νέας αντιπαράθεσης με τις ΗΠΑ.

Οι διμερείς εμπορικές σχέσεις, άλλωστε, παραμένουν οι μεγαλύτερες στον κόσμο, με τις ετήσιες συναλλαγές αγαθών και υπηρεσιών μεταξύ Ε.Ε. και ΗΠΑ να φτάνουν το 1,8 τρισ. ευρώ, δηλαδή σχεδόν 4,9 δισ. ευρώ κάθε ημέρα, ενώ οι αμοιβαίες επενδύσεις ανέρχονται συνολικά σε περίπου 4,9 τρισ. ευρώ. Γι’ αυτό, άλλωστε, οι Βρυξέλλες επέλεξαν πέρυσι την υπογραφή ενός πολιτικού ουσιαστικά συμβιβασμού με την Ουάσιγκτον.

Η απόφαση του Τραμπ για νέους δασμούς δεν μεταβάλλει τις βασικές δεσμεύσεις που είχαν αναληφθεί στο Turnberry, ενώ δεν σημειώθηκε νέα γενικευμένη αύξηση των δασμών, λένε στις Βρυξέλλες. Στην Κομισιόν εκτιμούν, εξάλλου, ότι η διατήρηση της συμφωνίας και η προβλεψιμότητα που προσφέρει πλέον στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις υπερισχύουν μιας νέας αντιπαράθεσης με τις ΗΠΑ.

Η Ε.Ε. συγκεκριμένα αποδέχθηκε επιβολή ανώτατου δασμού 15% στη συντριπτική πλειονότητα των εξαγωγών της προς τις ΗΠΑ, αποφεύγοντας έτσι τους δασμούς 30% με τους οποίους απειλούσε τότε ο Τραμπ. Σε αντάλλαγμα, οι Ευρωπαίοι δεσμεύτηκαν να μηδενίσουν τους δασμούς στα αμερικανικά βιομηχανικά προϊόντα και να διευκολύνουν την πρόσβαση συγκεκριμένων προϊόντων στην ευρωπαϊκή αγορά, καθώς και να ενισχύσουν τις επενδύσεις στους τομείς της ενέργειας.

«Δεν πρόκειται για μια παραδοσιακή εμπορική συμφωνία, αλλά για προσπάθεια διαχείρισης μιας ολοένα πιο σύνθετης οικονομικής σχέσης», παρατηρεί η Τσίντσια Αλτσίντι, επικεφαλής των μονάδων Οικονομικής Πολιτικής και Απασχόλησης του Centre for European Policy Studies (CEPS) στις Βρυξέλλες. Οπως επισημαίνει, η διατλαντική σχέση δεν περιορίζεται πλέον στους δασμούς και στις εμπορικές ροές, αλλά περιλαμβάνει την ενεργειακή ασφάλεια, τις επενδύσεις, τις κρίσιμες πρώτες ύλες και τις ψηφιακές τεχνολογίες, γεγονός που εξηγεί γιατί οι διαπραγματεύσεις αποκτούν ολοένα και ευρύτερο χαρακτήρα.

Ενα χρόνο μετά, ωστόσο, η εικόνα παραμένει σύνθετη, καθώς σύμφωνα με τα στοιχεία της Κομισιόν περίπου το 93% των ευρωπαϊκών εξαγωγών προς τις ΗΠΑ καλύπτεται σήμερα από το ανώτατο όριο του 15%.

Το υπόλοιπο 7% παραμένει στο επίκεντρο των διαβουλεύσεων, καθώς σε ορισμένες κατηγορίες προϊόντων εξακολουθούν να εφαρμόζονται και οι προϋπάρχοντες αμερικανικοί δασμοί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν ορισμένα ευρωπαϊκά τυριά, όπου στον νέο δασμό προστίθεται και ο παλαιότερος συντελεστής, οδηγώντας σε σημαντικά υψηλότερη συνολική επιβάρυνση.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και οι εξαιρέσεις που εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Ηδη έχει συμφωνηθεί ειδικό καθεστώς για αεροσκάφη και αεροπορικά εξαρτήματα, γενόσημα φάρμακα, δραστικές φαρμακευτικές ουσίες, φελλό και διαμάντια.

Παράλληλα, η Κομισιόν έχει καταρτίσει νέο κατάλογο προϊόντων, συνολικής αξίας περίπου 150 δισ. ευρώ, επιδιώκοντας επαναφορά στους συνήθεις δασμολογικούς συντελεστές, μεταξύ άλλων για κρασιά, οινοπνευματώδη, αλλά και σειρά ευρωπαϊκών αγροδιατροφικών προϊόντων, όπως το ελαιόλαδο.

«Η λίστα δεν καταρτίστηκε μόνο με γνώμονα τις ευρωπαϊκές εξαγωγές, αλλά και τις ανάγκες της αμερικανικής οικονομίας», εξηγούν Ευρωπαίοι αξιωματούχοι.

Εκκρεμότητες υπάρχουν επίσης για τον χάλυβα, το αλουμίνιο, τα φορτηγά και τα εξαρτήματά τους. Τον Αύγουστο του 2025 οι ΗΠΑ πρόσθεσαν 407 κατηγορίες παράγωγων προϊόντων χάλυβα και αλουμινίου στο καθεστώς αυξημένων δασμών, με την Ε.Ε. να επιδιώκει πλέον την υπαγωγή τους στο πλαφόν του 15%.

Εκτός από τους δασμούς, το Turnberry συνοδεύτηκε από επενδυτικούς και ενεργειακούς στόχους. Ευρωπαϊκές εταιρείες είχαν ανακοινώσει από τις αρχές του 2025 σχέδια ύψους 242 δισ. ευρώ στις ΗΠΑ, ενώ προβλέπονται επενδύσεις ευρωπαϊκών επιχειρήσεων περίπου 600 δισ. ευρώ έως το τέλος του 2028 στην ενέργεια, τις μεταφορές, την αυτοκινητοβιομηχανία, τα logistics, την υγεία, τα ηλεκτρονικά, την πληροφορική και τα χημικά.

Στον ενεργειακό τομέα, η Κομισιόν υποστηρίζει ότι ο στόχος αγορών περίπου 700 δισ. ευρώ έως το 2028 βρίσκεται σε τροχιά υλοποίησης, καθώς οι σχετικές συναλλαγές έφθασαν περίπου τα 250 δισ. ευρώ μόνο το 2025. Η αύξηση αποδίδεται στις εισαγωγές αμερικανικού LNG, στα νέα μακροπρόθεσμα συμβόλαια και στη συνεργασία στην πυρηνική ενέργεια.

Ωστόσο, η υπόθεση της Google –αυτή την εβδομάδα– ανέδειξε ένα από τα όρια της συμφωνίας. Η κυβέρνηση Τραμπ εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τον DMA ως εμπόδιο για τις αμερικανικές επιχειρήσεις, ενώ η Κομισιόν επιμένει ότι η εφαρμογή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εμπορικής διαπραγμάτευσης. Το ίδιο ισχύει και για σειρά άλλων ζητημάτων –από τις τιμές των φαρμάκων έως τους κανόνες για την τεχνητή νοημοσύνη και τις ψηφιακές υπηρεσίες– που παραμένουν στο τραπέζι του διατλαντικού διαλόγου.

Η κυβέρνηση Τραμπ εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τον DMA ως εμπόδιο για τις αμερικανικές επιχειρήσεις, ενώ η Κομισιόν επιμένει ότι η εφαρμογή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εμπορικής διαπραγμάτευσης. Το ίδιο ισχύει και για σειρά άλλων ζητημάτων –από τις τιμές των φαρμάκων έως τους κανόνες για την τεχνητή νοημοσύνη και τις ψηφιακές υπηρεσίες– που παραμένουν στο τραπέζι του διατλαντικού διαλόγου.

Για την Τσίντσια Αλτσίντι το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι εάν θα υπάρξουν νέες διαφωνίες – αυτές θεωρούνται δεδομένες. Το ζητούμενο είναι εάν η E.E. θα μπορέσει να μειώσει σταδιακά τις στρατηγικές εξαρτήσεις της. Οπως επισημαίνει, η Ε.Ε. καλείται να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα και την ανθεκτικότητά της, ώστε να συνεργάζεται με τις ΗΠΑ από θέση μεγαλύτερης ισορροπίας. Υπό αυτή την έννοια, έναν χρόνο μετά το Turnberry, το ερώτημα δεν αφορά πλέον εάν η συμφωνία απέτρεψε έναν εμπορικό πόλεμο, αλλά στο κατά πόσον αποτελεί βάση μιας πιο σταθερής διατλαντικής οικονομικής σχέσης σε ένα περιβάλλον που παραμένει ευμετάβλητο.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT