Αν μας έλεγε κάποιος τις προηγούμενες δεκαετίες, ειδικά την καταστροφική του 2000, ότι οι επενδύσεις θα στήριζαν την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας περισσότερο από την κατανάλωση, θα τον περνούσαμε για τρελό. «Αυτά δεν γίνονται στην Ελλάδα», θα μας έλεγε. Κι όμως, τα στοιχεία ενός ακόμα τριμήνου (συγκεκριμένα του πρώτου του 2026) μας έδειξαν, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, ότι οι επενδύσεις πρόσθεσαν 2 ποσοστιαίες μονάδες στο ΑΕΠ και οι καθαρές εξαγωγές 0,5 μονάδες, ενώ η ιδιωτική κατανάλωση, στην οποία παλαιότερα στηριζόταν η ελληνική οικονομία, μόλις 0,6 μονάδες. Με άλλα λόγια, η ελληνική οικονομία αποκτά, σταδιακά, χαρακτηριστικά περισσότερο επενδυτικού (και σε έναν μικρό ακόμα βαθμό εξαγωγικού) και λιγότερο καταναλωτικού μοντέλου ανάπτυξης, εξέλιξη που όχι απλώς θεωρείται θετική από την Τράπεζα της Ελλάδος, αλλά αποτελεί στόχο οποιουδήποτε παρακολουθεί με ορθολογικό τρόπο διαχρονικά την πορεία της ελληνικής οικονομίας εδώ και πολλά χρόνια. Υπάρχουν και άλλοι, πολιτικοί, συνδικαλιστές και λοιποί μικρομεσαίοι, οι οποίοι ανησυχούν μόνιμα για την πορεία της κατανάλωσης, δηλαδή της δυνατότητας του ξοδεύειν των ψηφοφόρων και των πελατών τους. Και αυτό είναι εύλογο, ειδικά εν μέσω πληθωριστικών πιέσεων. Δεν σημαίνει ωστόσο ότι είναι και οικονομικά ορθό, ειδικά για μια χώρα με τόσο σημαντικό μέχρι πρότινος επενδυτικό κενό.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, η ιδιωτική κατανάλωση συνεχίζει να αυξάνεται, αν και με πιο συγκρατημένο ρυθμό σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι η ενίσχυσή της προέρχεται κυρίως από τη βελτίωση της απασχόλησης, την άνοδο των μισθών και τη συνεχιζόμενη αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, παρά από τον πληθωρισμό. Οχι, δηλαδή, μέσω δανεικών. Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η επίμονη άνοδος των τιμών, η ακρίβεια, εξακολουθεί να περιορίζει μέρος της αγοραστικής δύναμης και αυτό αποτελεί μέρος του αναγκαίου πόνου. Η έστω και όψιμη τάση μας για επενδύσεις, προφανώς με τη βοήθεια του Ταμείου Ανάκαμψης και άλλων προγραμμάτων, είναι σημαντική γιατί δημιουργεί προϋποθέσεις αύξησης της παραγωγικότητας, άρα βιώσιμης ανάπτυξης των εισοδημάτων και μελλοντικά ισχυρότερης κατανάλωσης.
Για να γίνει αντιληπτό, η άνοδος σε μηχανολογικό εξοπλισμό έφτασε το +16,2% και σε μεταφορικό εξοπλισμό το +15%, και τα δύο κρίσιμα στοιχεία, που βελτιώνουν την απόδοση μιας επιχείρησης. Και αυτό το στοιχείο πλέον φαίνεται στην οικονομία. Η ανάπτυξη αλλάζει χαρακτήρα. Μελέτη της Alpha Bank έδειξε ότι η μεγέθυνση, που τα προηγούμενα χρόνια στηριζόταν κυρίως στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, πλέον στηρίζεται στην αύξηση της παραγωγικότητας, και ας βρισκόμαστε στις τελευταίες θέσεις στην Ε.Ε. Σύμφωνα με στοιχεία της Κομισιόν που επικαλείται η Alpha Bank, η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα θα αυξηθεί κατά 1% το 2026 και κατά 1,2% το 2027, ενώ η απασχόληση με σαφώς χαμηλότερους ρυθμούς, κατά 0,8% και 0,4% αντίστοιχα. Ηδη το πρώτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους η παραγωγικότητα αυξήθηκε κατά 1,5% σε ετήσια βάση, ένδειξη ότι η τάση αυτή έχει ήδη ξεκινήσει.
Ολη αυτή η βελτίωση συνδέεται με την έντονη επενδυτική δραστηριότητα των τελευταίων ετών. Η πραγματική σύγκλιση με τις ανεπτυγμένες οικονομίες της Ευρώπης, όμως, δεν θα εξαρτηθεί μόνο από το ύψος των επενδύσεων, αλλά κυρίως από το κατά πόσον αυτές θα μετασχηματίσουν έστω και σε έναν μικρό βαθμό το παραγωγικό μοντέλο της χώρας.

