Καθώς η παγκόσμια οικονομία έχει πάψει να έχει χαρακτηριστικά παγκόσμιας αγοράς, οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν αυξανόμενη πολυπλοκότητα και συνεχείς αναταράξεις που απαιτούν μια αναθεωρημένη προσέγγιση του ρόλου τους. Η παραδοσιακή παγκοσμιοποίηση μέσω της οικονομικής αποτελεσματικότητας, βασισμένη στην ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων και στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες με γνώμονα την αποδοτικότητα, δίνει πλέον τη θέση της σε έναν πολυπολικό κόσμο και στον πολιτικό ορθολογισμό. Στο επίκεντρο αυτής της νέας φάσης κυριαρχούν πλέον οι ανταγωνιστικοί συνασπισμοί, η εθνική αυτονομία, ο προστατευτισμός και οι αποκλίσεις από αυτό που μέχρι πρότινος θεωρούσαμε θεσμικά και πολιτικά ορθό. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, ο κατακερματισμός στην παγκόσμια οικονομία και η στροφή προς το διμερές εμπόριο μπορεί να οδηγήσουν σε έναν νέο «Ψυχρό Πόλεμο». Αυτό το ενδεχόμενο θα μπορούσε να προκαλέσει απώλεια 2,5%-7% για το παγκόσμιο ΑΕΠ. Ποιος είναι λοιπόν ο νέος ρόλος των επιχειρήσεων σε αυτό το νέο πλαίσιο;
Αυτή η νέα πραγματικότητα μεταμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο οι εταιρείες διαχειρίζονται το εμπόριο, τις επενδύσεις τους, καθώς και τη στρατηγική τους ανάπτυξη. Οι συνεχείς κρίσεις που βιώσαμε, όπως η χρηματοπιστωτική το 2008, το Brexit, η πανδημία, η ενεργειακή κρίση, ο πόλεμος στο Ιράν κ.ά., ανέδειξαν συστημικούς κινδύνους που είχαν προηγουμένως αγνοηθεί, υπογραμμίζοντας ότι οι κυβερνήσεις επιβάλλουν γρήγορα την οικονομική κυριαρχία, ενώ οι εταιρείες προσαρμόζονται πιο αργά σε πολύπλοκες διαρθρωτικές αλλαγές. Σε αυτό το περιβάλλον προσθέστε ότι η συμμόρφωση με τα περιβαλλοντικά πρότυπα διαμορφώνει πλέον την πρόσβαση σε αγορές και κεφάλαια μετατρέποντας την κλιματική ρύθμιση, δυστυχώς, συχνά σε εμπόδιο ανάπτυξης. Ταυτόχρονα, ο κατακερματισμός της παγκόσμιας νομοθεσίας σε ζητήματα τεχνητής νοημοσύνης, κυριαρχίας δεδομένων και κυβερνοασφάλειας επιβάλλει στις επιχειρήσεις αντικρουόμενες κανονιστικές υποχρεώσεις, αυξάνοντας δραματικά το λειτουργικό κόστος και τα εμπόδια διεθνούς δραστηριοποίησης. Εξίσου επιτακτική είναι η ενσωμάτωση της γεωπολιτικής διάστασης στη λήψη επιχειρηματικών αποφάσεων. Κάθε διεθνής επενδυτική ευκαιρία πρέπει πλέον να αξιολογείται και υπό το πρίσμα της εθνικής ασφάλειας. Η γεωπολιτική διάσταση δεν αποτελεί πλέον προαιρετική επιλογή στις αποφάσεις μας, αλλά στρατηγική αναγκαιότητα για την ηγεσία των επιχειρήσεων.
Τι σημαίνει όμως αυτός ο γεωοικονομικός κατακερματισμός για την ελληνική οικονομία και κατ’ επέκταση τις ελληνικές επιχειρήσεις; Οπως συμβαίνει ήδη παντού, ο ανταγωνισμός περιπλέκεται, οι μικρές χώρες σαν τη δική μας πιέζονται να διαλέξουν στρατόπεδο, η πρόσβαση σε διεθνή κεφάλαια γίνεται δυσκολότερη και οι κρίσιμες πρώτες ύλες και η τεχνολογία καθίστανται ακριβότερες. Αυτό το πλαίσιο σε μια «ρηχή» οικονομία με χαμηλή παραγωγικότητα σαν την ελληνική αποτυπώνεται πολύ πιο έντονα και χωρίς χρονοκαθυστέρηση. Από τη μια, οι μικρές επιχειρήσεις στην πλειονότητά τους σηκώνουν το κύριο βάρος της εργοδοσίας, παρ’ όλα αυτά υστερούν στην ψηφιακή, κυρίως σήμερα, καινοτομία, και από την άλλη οι μεγάλες επιχειρήσεις ή οι πολυεθνικοί όμιλοι παράγουν δυσανάλογα υψηλή προστιθέμενη αξία, δημιουργώντας μια οικονομία δύο ταχυτήτων. Για να παραμείνει η ελληνική επιχειρηματικότητα ανταγωνιστική, αυτό το παραγωγικό χάσμα πρέπει να γεφυρωθεί.
Η προοπτική των ελληνικών εταιρειών, και δη των μικρών, πρέπει να μπει σε τροχιά αύξησης της παραγωγικότητάς τους, ενδυνάμωσης της κουλτούρας συνεργασίας και ενίσχυσης της τεχνολογίας.
Ποια είναι η λύση; Η συνεργασία και η ανθεκτικότητα των επιχειρήσεων και ειδικά των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Ο σκοπός εδώ δεν είναι να αντικατασταθούν με έναν μαγικό τρόπο οι μικρές από τις μεγάλες επιχειρήσεις, σαν να μπορούσε αυτό να γίνει αυτόματα, αλλά μια ρεαλιστική αλλαγή κουλτούρας. Είναι σαφές ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν μπορούν να ανταγωνιστούν με όρους κλίμακας, αλλά με όρους ευελιξίας, ταχύτητας και διαφοροποίησης. Ειδικά, δε, ο ρόλος της συνεργασίας για τις μικρές επιχειρήσεις δεν είναι πλέον επιλογή, αλλά όρος επιβίωσης, πράγμα που απαιτεί και την αλλαγή κουλτούρας όπως αναφέραμε ήδη. Με αυτόν τον τρόπο θα παραχθούν οικονομίες κλίμακας, θα ενισχυθεί η διαπραγματευτική ισχύς τους και θα αποκτήσουν καλύτερη πρόσβαση σε τεχνολογία και χρηματοδότηση, πράγμα που θα εντείνει τη δυνατότητα εξωστρέφειάς τους. Αρα το εκτόπισμά τους θα μεταβληθεί προς το καλύτερο.
Συμπερασματικά λοιπόν σε έναν κόσμο κατακερματισμένο και απρόβλεπτο, η συνεργασία και η προνοητικότητα αποτελούν κρίσιμα εργαλεία για τη διαχείριση των επιμέρους κρίσεων καθώς και για τον περιορισμό του ίδιου του κατακερματισμού. Αυτό δεν σημαίνει ότι το μοντέλο της άκρατης παγκοσμιοποίησης, ειδικά μετά το 1990 που οδήγησε σε ευρείες ανισότητες, είναι το σημείο αναφοράς μας. Ενα νέο παγκόσμιο πλαίσιο συνεργασίας πρέπει να γίνει αυτοσκοπός με κανόνες και κυρίως αποτροπή προστατευτισμού. Σε αυτό το κλίμα, η προοπτική των ελληνικών επιχειρήσεων, και δη των μικρών, πρέπει να μπει σε τροχιά αύξησης της παραγωγικότητάς τους, ενδυνάμωσης της κουλτούρας συνεργασίας που παραμένει περιορισμένη και ενίσχυσης της τεχνολογίας. Οσες το πράξουν με μικρά, αλλά σταθερά βήματα θα αποκτήσουν και την πιο κρίσιμη ίσως δυνατότητα: μια αξιόπιστη επενδυτική ταυτότητα σε ένα περιβάλλον αυξανόμενου ρίσκου, όπου η χρηματοδότηση δεν είναι πλέον δεδομένη, αλλά γίνεται στρατηγικό πλεονέκτημα όταν κερδίζεται. Απαιτείται ρεαλιστικός διάλογος όλων των εμπλεκομένων, καθώς πλέον το ζήτημα δεν είναι φιλολογικό, αλλά πέρα για πέρα υπαρκτό.
*Ο κ. Χρήστος Καλλανδράνης είναι αν. καθηγητής Χρηματοοικονομικής στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής.

