Στην πρέσα του πληθωρισμού οι μισθοί από το 2021

Στην πρέσα του πληθωρισμού οι μισθοί από το 2021

Ανάχωμα στην αύξηση των πραγματικών μισθών αποτελεί ο επίμονα υψηλός πληθωρισμός την τελευταία πενταετία, επηρεάζοντας την αγοραστική δύναμη και τις συνθήκες διαβίωσης των νοικοκυριών

3' 17" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Ανάχωμα στην αύξηση των πραγματικών μισθών αποτελεί ο επίμονα υψηλός πληθωρισμός την τελευταία πενταετία, επηρεάζοντας την αγοραστική δύναμη και τις συνθήκες διαβίωσης των νοικοκυριών. Μολονότι το φαινόμενο παρατηρείται σε ολόκληρη την Ευρώπη, έχει αποκτήσει μεγαλύτερες διαστάσεις στην Ελλάδα, όπου οι ονομαστικοί μισθοί παραμένουν συγκριτικά χαμηλοί παρά τις παρεμβάσεις στον κατώτατο μισθό, την κοινωνική συμφωνία για την αύξηση του ποσοστού κάλυψης των εργαζομένων από ΣΣΕ και τη σταδιακή μείωση των φορολογικών επιβαρύνσεων.

Η πίεση στους πραγματικούς μισθούς άρχισε να ασκείται από το 2021, μετά την αναταραχή που προκάλεσε η πανδημία στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Το πληθωριστικό περιβάλλον επιδεινώθηκε έντονα το 2022 με τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και ύστερα από μια σύντομη «ανάσα», ένα νέο κύμα πληθωρισμού αναδύθηκε φέτος, με το ενεργειακό σοκ που προκάλεσε η πολύμηνη διακοπή των διελεύσεων από τα Στενά του Ορμούζ. Σύμφωνα με έκθεση του ΟΟΣΑ που δημοσιεύθηκε αυτή την εβδομάδα, οι πραγματικοί μισθοί –αποπληθωρισμένοι με τον δείκτη τιμών καταναλωτή– έχουν αυξηθεί σωρευτικά κατά 5% από το 2021 έως το α΄ τρίμηνο του 2026. Ερευνες που χρησιμοποιούν διαφορετική μεθοδολογία διαπιστώνουν στασιμότητα ή ισχνή αύξηση των πραγματικών μισθών στη συγκεκριμένη περίοδο. Αλλωστε, τα στοιχεία αλλοιώνονται από το μεγάλο μέγεθος της παραοικονομίας και της φοροδιαφυγής.

Σε κάθε περίπτωση, οικονομολόγοι συμφωνούν αφενός ότι ασκείται πράγματι πίεση στους πραγματικούς μισθούς, καθώς συνολικά η αύξηση είναι πολύ βραδύτερη από τους ονομαστικούς, αφετέρου ότι η μισθωτή εργασία έχει σηκώσει το μεγαλύτερο βάρος της πληθωριστικής κρίσης. Ορισμένοι βέβαια εκτιμούν ότι το ζήτημα είναι προσωρινό και οι προοπτικές για τα επόμενα χρόνια είναι ευνοϊκότερες, ανάλογα με τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.

Το πρόβλημα φαίνεται οξύτερο στην Ελλάδα σε σύγκριση με την Ευρωζώνη, καθώς η χαμηλή ανταγωνιστικότητα, το περιορισμένο μέγεθος της ελληνικής αγοράς και η εξάρτηση από τις εισαγωγές είναι μόνο μερικοί από τους παράγοντες που συντηρούν τον πληθωρισμό σε σταθερά υψηλότερο επίπεδο την τελευταία πενταετία. Στο μεταξύ, οι ονομαστικοί μισθοί αυξάνονται μεν, αλλά με βραδύ ρυθμό σε σύγκριση με τον πληθωρισμό, παρά τις παρεμβάσεις στους μισθούς και στην αγορά εργασίας, με τους ειδικούς να αποδίδουν εν μέρει το πρόβλημα στη χαμηλή ανάπτυξη της παραγωγικότητας.

Ενας στους δύο Ελληνες δεν μπορεί να αντεπεξέλθει σε έκτακτα έξοδα.

Ως αποτέλεσμα επηρεάζονται η αγοραστική δύναμη και οι συνθήκες διαβίωσης, ασκώντας έντονες πιέσεις ιδίως στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα. Σύμφωνα με έκθεση που δημοσίευσε αυτή την εβδομάδα η Eurostat με στοιχεία του 2025, ένας στους δύο Ελληνες (50,5%) αδυνατεί να ανταποκριθεί σε απροσδόκητα έξοδα, όπως επισκευές ή πληρωμές σε γιατρούς. Απόδειξη οικονομικής ανασφάλειας αποτελεί επίσης ότι για σχεδόν έναν στους δύο Ελληνες (46,6%) η μία εβδομάδα διακοπών είναι πολυτέλεια. Αξίζει να σημειωθεί ότι και τα δύο ποσοστά αυξήθηκαν σε σύγκριση με το 2024 και συγκαταλέγονται ανάμεσα στα υψηλότερα της Ε.Ε. Επιπλέον, το 27,5% του πληθυσμού διατρέχει κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε. μετά τη Βουλγαρία.

Σύμφωνα με την ίδια έκθεση της Eurostat, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα σε όρους αγοραστικής δύναμης (PPS) ήταν 32% χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, φέρνοντας τη χώρα στην τελευταία θέση του μπλοκ μαζί με τη Βουλγαρία. Απεναντίας, η Ελλάδα εμφανίζει μεγαλύτερη σύγκλιση σε ό,τι αφορά το επίπεδο των τιμών, το οποίο αυξήθηκε στο 84% σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Η συμπίεση των πραγματικών μισθών σε συνδυασμό με τη συνεπαγόμενη επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης υποχρεώνει πολλούς να καταφύγουν σε δεύτερες δουλειές, ετεροαπασχόληση ή ακόμη και μετεγκατάσταση εκτός Ελλάδας, σύμφωνα με οικονομολόγους που έχουν ασχοληθεί με εργασιακά ζητήματα.

«Ο στόχος μας παραμένει σταθερός: Περισσότερες και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας, υψηλότερα πραγματικά εισοδήματα και σταθερή σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αυτό θα επιτευχθεί μέσα από τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν την παραγωγικότητα, προσελκύουν επενδύσεις, στηρίζουν την επιχειρηματικότητα και την καινοτομία, και δημιουργούν περισσότερες και καλύτερες ευκαιρίες απασχόλησης. Οσο η ελληνική οικονομία γίνεται πιο παραγωγική και πιο ανταγωνιστική, τόσο μεγαλύτερο μέρος της ανάπτυξης θα μεταφράζεται σε υψηλότερα εισοδήματα και καλύτερο βιοτικό επίπεδο για όλους τους πολίτες», σχολίασε στην «Κ» η Ζαφείρα Καστρινάκη, πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων στο υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT