H Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια δομική δημοσιονομική πρόκληση, καθώς τα έξοδα που σχετίζονται με τη γήρανση των πληθυσμών, την άμυνα και το επιτοκιακό κόστος θα διευρύνουν από μόνα τους τα ελλείμματα κατά τουλάχιστον τρεις ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ έως το 2040 για τις περισσότερες χώρες της Ευρωζώνης, προειδοποιεί η Morgan Stanley.
Με σύνθημα «από τα φθηνά δάνεια στις δύσκολες αποφάσεις», οι αναλυτές του οίκου τονίζουν ότι ο δανεισμός δεν μπορεί να είναι η μόνη απάντηση, εξηγώντας ότι οι κυβερνήσεις θα πρέπει να αποφασίσουν τι πρέπει να προστατεύσουν, να επιβραδύνουν, να αναμορφώσουν και να χρηματοδοτήσουν από κοινού.
Η αξιόπιστη δημοσιονομική προσαρμογή είναι αυτή που θα «παγώσει» και θα ανακατανείμει τις δαπάνες, θα προστατεύσει τις επενδύσεις και θα ανεβάσει την ανάπτυξη, υπογραμμίζει ο οίκος.
Ειδικά για χώρες με υψηλά χρέη, όπως η Ελλάδα, τα μέτρα που ενισχύουν την ανάπτυξη είναι πολύ πιο αποτελεσματικά στη μείωση του δείκτη χρέους από ό,τι οι αυξήσεις των πρωτογενών πλεονασμάτων που στηρίζονται στη λιτότητα. Και τελικά οι αγορές θα ανταμείψουν την αξιόπιστη δημοσιονομική προσαρμογή που ενισχύει τις προοπτικές ανάπτυξης.
Από τις επιμέρους χώρες, η Ισπανία και η Πορτογαλία αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες μακροπρόθεσμες πιέσεις, με τις δαπάνες αυτές να αυξάνουν το έλλειμμά τους λίγο πάνω από πέντε ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ έως το 2040, ενώ η Αυστρία είναι η λιγότερο εκτεθειμένη, με αύξηση περίπου 1,5 ποσοστιαίας μονάδας.
Στην Ελλάδα η επιβάρυνση του ελλείμματος έως το 2040 υπολογίζεται στις 3,4 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Στις δαπάνες που σχετίζονται με τη γήρανση η Γαλλία ξεχωρίζει, καθώς δεν υφίσταται πρόσθετες πιέσεις (αν και ξεκινάει από ήδη υψηλά επίπεδα). Η Ελλάδα, η Αυστρία και η Ιταλία έχουν επιβάρυνση μικρότερη του μέσου όρου της Ευρωζώνης.
Αντιθέτως, η Γερμανία και η Ολλανδία αναμένεται να δουν αυξήσεις λίγο πάνω από τον μέσο όρο. Η Ισπανία και η Πορτογαλία είναι οι χώρες που επηρεάζονται περισσότερο, με τις δαπάνες που σχετίζονται με τη γήρανση να αναμένεται να αυξηθούν κατά περίπου 2,8 ποσοστιαίες μονάδες και στις δύο χώρες, δηλαδή με ρυθμό υπερδιπλάσιο του μέσου όρου της Ευρωζώνης.

