Ηταν το 1958 όταν με την παρότρυνση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών 7 αγρότες από τον νομό Ιωαννίνων αποφάσισαν να ασχοληθούν με την πτηνοτροφία, μέσα από τη δημιουργία ενός μικρού συνεταιρισμού, για να συμπληρώσουν το εισόδημά τους. Αυτή ήταν η αρχή της ίδρυσης του Αγροτικού Πτηνοτροφικού Συνεταιρισμού Ιωαννίνων «Πίνδος». Σήμερα τα μέλη του είναι πλέον 600 με προοπτική αύξησης, καθώς στον συνεταιρισμό πλέον μπαίνει η τέταρτη γενιά πτηνοτρόφων, οι εργαζόμενοι ξεπερνούν τους 1.700, η παραγωγή ξεπερνάει το 1 εκατ. κοτόπουλα/εβδομάδα, τα προϊόντα του βρίσκονται σε 8.000 σημεία πώλησης, διαθέτει στόλο 250 φορτηγών, ενώ ο τζίρος του συνεταιρισμού δεν απέχει πλέον πολύ από το μισό δισεκατομμύριο ευρώ.
Ο ΑΠΣΙ «Πίνδος» είναι όχι μόνο ο ισχυρότερος συνεταιρισμός στην Ελλάδα, αλλά και ο μεγαλύτερος παραγωγός στην πτηνοτροφία, ενώ συγκαταλέγεται μεταξύ των 5 μεγαλύτερων βιομηχανιών τροφίμων της χώρας. Οσο για τον δανεισμό; Στο τέλος του 2025 ήταν στα 16,8 εκατ. ευρώ, έχοντας μειωθεί την τελευταία τριετία κατά 54,18 εκατ. ευρώ.
Καθοριστικό ρόλο φαίνεται ότι διαδραμάτισε το… ηπειρώτικο κεφάλι, δηλαδή η εργατικότητα, το πείσμα και η επιμονή σε συγκεκριμένους κανόνες και αξίες που ακολουθούνται διαχρονικά στον συνεταιρισμό που εδρεύει στο Ροδοτόπι Ιωαννίνων. Από αρκετά νωρίς έγινε αντιληπτή η σημασία της καθετοποίησης της παραγωγής και διότι οδηγεί σε εξοικονόμηση κόστους και αύξηση κερδών αλλά και γιατί υπάρχει έλεγχος όλης της παραγωγικής διαδικασίας, προϋπόθεση απαραίτητη ειδικά για τα τρόφιμα. Ετσι, σήμερα ο συνεταιρισμός διαθέτει ιδιόκτητα πτηνοτροφεία συνολικής έκτασης 600.000 τ.μ., 400.000 όρνιθες αναπαραγωγής, 55 εκατ. κοτόπουλα πάχυνσης και εργοστάσιο για εκκόλαψη, παραγωγή ζωοτροφών, πτηνοσφαγείο, αδρανοποίηση προϊόντων σφαγείου, παραγωγή έτοιμων ψημένων και κατεψυγμένων προϊόντων και για παραγωγή οργανοχημικών λιπασμάτων, αξιοποιώντας τα απόβλητα από τις άλλες παραγωγικές διαδικασίες. Επενδύσεις έχει κάνει και για την ενεργειακή του αυτονομία, έχοντας εγκαταστήσει φωτοβολταϊκά συστήματα ισχύος 7,5 MW, αυτονομία που θα την ενισχύσει περαιτέρω, καθώς το ύψους 70 εκατ. ευρώ επενδυτικό πρόγραμμα της περιόδου 2026-2030 ενσωματώνει την κατασκευή μονάδας παραγωγής βιοαερίου 2 MW, αλλά και την κατασκευή συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας. Το επενδυτικό πλάνο της «Πίνδος» περιλαμβάνει μεταξύ άλλων νέες πτηνοτροφικές μονάδες, νέο εκκολαπτήριο, επέκταση των γραμμών πτηνοσφαγείου, ζωοτροφών, αλλά και των έτοιμων ψημένων προϊόντων που αποτελούν βεβαίως και την ισχυρότερη καταναλωτική τάση στην κατηγορία αυτή την περίοδο.
Η καθετοποιημένη παραγωγή είναι το ένα βασικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της «Πίνδος». Το άλλο είναι οι κανόνες «αποκλειστικότητας» που θέτει: οι πτηνοτρόφοι είτε είναι μέλη του ή απλώς συνεργαζόμενοι έχουν την υποχρέωση να προμηθεύονται τους νεοσσούς αποκλειστικά από τον συνεταιρισμό, όπως και τις ζωοτροφές, και να πωλούν τα κοτόπουλά τους επίσης αποκλειστικά στον συνεταιρισμό. Πέρα από τις σταθερές τιμές αλλά και το γεγονός ότι ξέρουν πως η παραγωγή τους θα πουληθεί και δεν θα πάει χαμένη, το «αντάλλαγμα» για τους παραγωγούς έναντι αυτής της υποχρέωσης αποκλειστικής συνεργασίας είναι η παροχή από τον συνεταιρισμό σειράς υπηρεσιών (κτηνιατρικών, γεωτεχνικών, ακόμη και λογιστικών).
«Τα παραπάνω λειτουργούν ως σημαντικά κίνητρα και για τις επόμενες γενιές. Είμαι στον συνεταιρισμό από το 1981 και βλέπω τα εγγόνια πλέον των παραγωγών που ήταν τότε να συνεχίζουν την ενασχόληση με την πτηνοτροφία. Μάλιστα, δίνουμε συνεταιριστικές μερίδες σε όλα τα παιδιά των συνεταιριστών – μελών μας», επισημαίνει στην «Κ» ο κ. Λάζαρος Τσακανίκας, γενικός διευθυντής του ΑΠΣΙ «Πίνδος».
Διαβλέποντας τη συνολική δυναμική που έχει το κοτόπουλο παγκοσμίως, η «Πίνδος» θέτει στο επίκεντρο των επόμενων στόχων της την ενίσχυση των εξαγωγών της. Το 2025 εξήχθη το 10% των παραγόμενων προϊόντων κρέατος κοτόπουλου, με την αξία των εξαγωγών της να διαμορφώνεται σε 16,11 εκατ. ευρώ, ποσό που είναι ακόμη χαμηλό, αλλά που βαίνει αυξανόμενο. Το 2025 η αύξηση σε σύγκριση με το 2024 ήταν 24%, ενώ το πεντάμηνο Ιανουαρίου – Μαΐου 2026 οι εξαγωγές «τρέχουν» με 16,5%.
Αύξηση κατανάλωσης και ανταγωνισμού
Μέρος της επιτυχίας του ΑΠΣΙ «Πίνδος» αποτελεί η ραγδαία αύξηση της κατανάλωσης κοτόπουλου στην Ελλάδα και παγκοσμίως τα τελευταία χρόνια, αν και βεβαίως, δεν είναι το βασικό συστατικό, εάν αναλογιστεί κανείς ότι ιδιωτικές εταιρείες που είχαν και ηγετική θέση στον κλάδο πτώχευσαν. Η προσιτή τιμή, η υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη και το λιγότερο λίπος, αλλά και η μικρότερη περιβαλλοντική επιβάρυνση σε σύγκριση με αυτή που προκαλεί η βοοτροφία, βρίσκονται πίσω από τη μεγάλη δημοφιλία του κοτόπουλου.
Τα μερίδια αγοράς
Η «Πίνδος», πάντως, σε μια αγορά άνω του 1,5 δισ. ευρώ καταφέρνει να έχει ηγετικό μερίδιο αγοράς (περίπου 32%), ακολουθούμενη από τη «Νιτσιάκος» (27%-28%), στην τρίτη θέση βρίσκεται η «Αμβροσιάδης» (24%) και στην τέταρτη η «Αγγελάκης» με περίπου 10%.
Η απόκτηση, πρόσφατα, του 70% (με δικαίωμα εξαγοράς και του υπόλοιπου 30% την περίοδο 2030-2035) της «Νιτσιάκος» από την MHP, την κορυφαία εταιρεία παραγωγής πουλερικών στην Ευρώπη, συμφερόντων του Ουκρανού επιχειρηματία Γιούρι Κόσιουκ, δημιουργεί νέα δεδομένα στην ελληνική πτηνοτροφία. Πρόκειται δε για κίνηση δημιουργίας ενός μεγάλου ευρωπαϊκού πτηνοτροφικού ομίλου, «απάντηση» στη μεγάλη διείσδυση που αναμένεται το επόμενο διάστημα από την Κίνα.
Η «Πίνδος», σε μια αγορά όπου ο τζίρος υπερβαίνει το 1,5 δισ. ευρώ, καταφέρνει να έχει ηγετικό μερίδιο που υπολογίζεται σε περίπου 32%.
Σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) για τις προοπτικές του αγροτικού τομέα την περίοδο 2026-2035, η παγκόσμια κατανάλωση κρέατος αναμένεται να αυξηθεί κατά 12% έως το 2035 και να φτάσει τα 412 εκατ. τόνους. Η κατανάλωση κρέατος πουλερικών και κυρίως κοτόπουλου είναι αυτή που εκτιμάται ότι θα σημειώσει τη μεγαλύτερη αύξηση την προσεχή δεκαετία, κατά 20% έως το 2035 ή κατά 29 εκατ. τόνους. Συγκεκριμένα, η κατανάλωση πουλερικών προβλέπεται να φτάσει τους 177 εκατ. τόνους έτοιμου προς μαγείρεμα προϊόντος έως το 2035.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η καθαρή παραγωγή κρέατος πουλερικών στην Ε.Ε. από 8,9 εκατ. τόνους το 2000 έφτασε το 2025 στα 14,5 εκατ. τόνους. Η ετήσια κατά κεφαλήν κατανάλωση από 19,5 κιλά το 2000 εκτιμάται ότι διαμορφώθηκε το 2025 σε 25,9 κιλά. Πλέον το 38% της ετήσιας κατά κεφαλήν κατανάλωσης κρέατος στην Ευρώπη πρόκειται για κοτόπουλο έναντι 25% το 2000.
Τι συνέβη στην Ελλάδα; Τα στοιχεία από τρεις διαφορετικές περιόδους είναι ενδεικτικά και αποκαλυπτικά μαζί. Το 2004, η μέση μηνιαία ποσότητα κρέατος που αγόραζαν τα νοικοκυριά, με βάση τα στοιχεία των Ερευνών Οικογενειακών Προϋπολογισμών της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), ήταν 11,4 κιλά. Από αυτά το κοτόπουλο ήταν 2,83 κιλά και το μοσχαρίσιο κρέας 3,8 κιλά.
Η κατανάλωση κοτόπουλου αυξάνεται διαρκώς στην Ελλάδα και ο βασικός λόγος είναι η τιμή, με το κοτόπουλο σε αυτό το «γήπεδο» να παίζει χωρίς αντίπαλο.
Το μεγάλο πλεονέκτημα
Το 2014, εν μέσω οικονομικής κρίσης η συνολική κατανάλωση κρέατος είχε πέσει στα 10,30 κιλά ανά νοικοκυριό, με το κοτόπουλο όμως να είναι πλέον πάνω από 3 κιλά και το μοσχαρίσιο κρέας στα 3,15 κιλά. Το 2024 η μέση μηνιαία καταναλωθείσα από τα νοικοκυριά ποσότητα κρέατος υποχώρησε περαιτέρω, στα 9,33 κιλά, εκ των οποίων 3,32 κιλά είναι κοτόπουλο και 2,44 κιλά μοσχαρίσιο κρέας. Ο λόγος; Ο βασικός είναι η τιμή, με το κοτόπουλο σε αυτό το «γήπεδο» να παίζει χωρίς αντίπαλο: το νωπό κοτόπουλο (ολόκληρο) πωλείται από 3-5 ευρώ/κιλό κατά μέσον όρο, ενώ το μοσχαρίσιο κρέας πωλείται προς 18-20 ευρώ/κιλό.

