Αρθρο του Γεώργιου Μέργου στην «Κ»: Αξιοποίηση δεν σημαίνει ασυδοσία

Αρθρο του Γεώργιου Μέργου στην «Κ»: Αξιοποίηση δεν σημαίνει ασυδοσία

Η δημόσια συζήτηση των τελευταίων ημερών, με αφορμή δημοσίευμα της «Καθημερινής» (23.6.2026) για περιπτώσεις κακής χρήσης στοιχείων της πολιτιστικής κληρονομιάς χωρίς άδεια των αρμόδιων αρχών, φέρνει ξανά στην επιφάνεια ένα κρίσιμο ζήτημα: πού τελειώνει η αξιοποίηση και πού αρχίζει η αυθαιρεσία

5' 56" χρόνος ανάγνωσης

Η δημόσια συζήτηση των τελευταίων ημερών, με αφορμή δημοσίευμα της «Καθημερινής» (23.6.2026) για περιπτώσεις κακής χρήσης στοιχείων της πολιτιστικής κληρονομιάς χωρίς άδεια των αρμόδιων αρχών, φέρνει ξανά στην επιφάνεια ένα κρίσιμο ζήτημα: πού τελειώνει η αξιοποίηση και πού αρχίζει η αυθαιρεσία. Το ερώτημα δεν είναι θεωρητικό. Είναι βαθιά πολιτικό, αναπτυξιακό και πολιτισμικό, διότι αφορά τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία αντιλαμβάνεται τον εαυτό της και το μέλλον της.

Η πολιτιστική κληρονομιά δεν είναι αδρανές κατάλοιπο του παρελθόντος. Σύμφωνα με τον Ντέιβιντ Λόουενθαλ (1923-2018), ιστορικό και από τους σημαντικότερους διαμορφωτές του επιστημονικού πεδίου της πολιτιστικής κληρονομιάς, είναι «αυτό το μέρος του παρελθόντος το οποίο επιλέγουμε να ανακαλούμε στο παρόν για σύγχρονους σκοπούς, είτε είναι αυτοί οικονομικοί, πολιτιστικοί, πολιτικοί ή κοινωνικοί». Σύμφωνα με τις σύγχρονες αντιλήψεις (Getty Conservation Institute), η πολιτιστική κληρονομιά, υλική και άυλη, δεν είναι απλά ένα σύνολο από αντικείμενα με μόνο σκοπό τη συντήρησή τους για ιστορικούς, ηθικούς και αρχαιολογικούς λόγους, αλλά ευρύτερα ένα αναπόσπαστο λειτουργικό τμήμα της σύγχρονης κοινωνίας και της οικονομίας ενός τόπου, που συμπεριλαμβάνει πολιτικά πρότυπα, οικονομική ευημερία, κοινωνική συνοχή και πολιτισμική διαφορετικότητα. Είναι πεδίο συλλογικής μνήμης, στοιχείο ταυτότητας, αλλά, ταυτόχρονα, δυνητικός μοχλός οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής ένταξης. Μπορεί να δημιουργήσει εισόδημα, θέσεις εργασίας, τοπική επιχειρηματικότητα, αναζωογόνηση ιστορικών κέντρων και νέες ευκαιρίες για περιοχές που αναζητούν ένα βιώσιμο πρότυπο ανάπτυξης. Μπορεί ακόμη να ενισχύσει τη συνοχή της τοπικής κοινωνίας, να φέρει τους πολίτες πιο κοντά στην ιστορία τους και να κάνει την πολιτιστική αξία προσιτή στο ευρύ κοινό, όχι ως μουσειακό έκθεμα, αλλά ως ζωντανή εμπειρία γνώσης και συμμετοχής.

Ακριβώς γι’ αυτό, η αξιοποίησή της είναι αναγκαία. Η εγκατάλειψη, η αχρησία και η διοικητική αδράνεια δεν προστατεύουν την κληρονομιά, αλλά συχνά την απαξιώνουν. Η πατρίδα μας έχει πληθώρα μνημείων όλων των εποχών που με το αιτιολογικό της προστασίας παραμένουν κελύφη κενά και δυσπρόσιτα, απροστάτευτα στη φθορά του χρόνου και στη μανία της θάλασσας. Ενα μνημείο που δεν έχει επισκεψιμότητα, που δεν εντάσσεται με σχέδιο στη σύγχρονη ζωή, που δεν ερμηνεύεται, δεν προβάλλεται, δεν συνδέεται με την εκπαίδευση, τον πολιτιστικό τουρισμό, τις δημιουργικές δραστηριότητες και την τοπική ανάπτυξη, οδηγείται νομοτελειακά στην απαξίωση και καταστροφή λόγω της φθοράς του χρόνου.

Ομως εδώ βρίσκεται και η κρίσιμη διαχωριστική γραμμή. Η αξιοποίηση δεν μπορεί να σημαίνει ότι ο καθένας ανεξέλεγκτα μπορεί να μετατρέπει τα μνημεία, τους αρχαιολογικούς χώρους, τους ιστορικούς τόπους ή τα στοιχεία της άυλης κληρονομιάς σε εμπορικό σκηνικό με σκοπό το κέρδος. Η πολιτιστική κληρονομιά δεν είναι εμπόρευμα, όπως όλα τα άλλα. Κουβαλάει μέσα της αυθεντικότητα, ιστορικό βάθος, συμβολική φόρτιση και δημόσια αξία που δεν εξαντλείται στην οικονομική της απόδοση. Η οικονομική αξία δεν είναι η κύρια όψη, είναι η δεύτερη όψη της.

Η αυθεντικότητα είναι θεμελιώδης έννοια. Δεν αφορά μόνο τη φυσική ακεραιότητα ενός μνημείου, αλλά και το νόημα, το ιστορικό του αποτύπωμα, τη σχέση του με τον τόπο και την κοινότητα που το περιβάλλει. Οταν αυτή η αυθεντικότητα τραυματίζεται από πρόχειρες, επιθετικές ή ακατάλληλες χρήσεις, τότε δεν έχουμε «έξυπνη αξιοποίηση», αλλά ευτελισμό της πολιτιστικής αξίας. Και όταν αυτό γίνεται χωρίς άδεια, χωρίς έλεγχο και χωρίς σεβασμό στις οδηγίες των αρμόδιων αρχών, τότε δεν πρόκειται απλώς για κακή αισθητική ή αμφισβητήσιμη επιλογή. Πρόκειται για έκνομη και κολάσιμη ενέργεια. Ιδιαίτερα προκλητική είναι, μάλιστα, η επίκληση της άγνοιας νόμου!

Το ελληνικό θεσμικό πλαίσιο δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας. Η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς διέπεται από ειδικούς κανόνες, ενώ η χρήση μνημείων, καθώς και η αξιοποίηση απεικονίσεων ή χώρων υπόκεινται σε αδειοδότηση και έλεγχο από το υπουργείο Πολιτισμού και από τα αρμόδια όργανα. Ο δημόσιος έλεγχος δεν είναι γραφειοκρατική εμμονή, είναι αναγκαία θεσμική εγγύηση, ώστε κάθε μορφή αξιοποίησης να κρίνεται με βάση την προστασία, την αναλογικότητα και τη συμβατότητα με την πολιτιστική σημασία του αγαθού.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η πολιτεία πρέπει απλά να έχει τον τελευταίο λόγο, αλλά ότι πρέπει να έχει και την επιχειρησιακή ικανότητα να τον επιβάλει. Οπου παρατηρείται χρήση χωρίς άδεια, παράκαμψη διαδικασίας ή ιδιωτική πρωτοβουλία που αντιμετωπίζει την κληρονομιά ως χώρο ανεξέλεγκτης εμπορικής εκμετάλλευσης, η παρέμβαση του κράτους οφείλει να είναι άμεση και σκληρή. Οχι από τιμωρητική διάθεση, αλλά για να προστατευθεί το δημόσιο συμφέρον, να διαφυλαχθεί το κύρος των θεσμών και να αποτραπεί η εμπέδωση μιας κουλτούρας ασυδοσίας.

Η οικονομική αξία δεν είναι η κύρια όψη της πολιτιστικής κληρονομιάς, είναι η δεύτερη όψη της.

Η αυστηρότητα είναι προϋπόθεση σοβαρής ανάπτυξης. Διότι η χώρα δεν έχει ανάγκη από ένα μοντέλο πρόχειρης εκμετάλλευσης των πολιτιστικών της πόρων, αλλά από μια στρατηγική υπεύθυνης αξιοποίησης. Μια τέτοια στρατηγική οφείλει να στηρίζεται σε αυστηρούς κανόνες και σαφείς οδηγίες του αρμόδιου υπουργείου, σε σχέδια διαχείρισης, σε ερμηνευτικές υποδομές, σε ποιοτικές ψηφιακές εφαρμογές, σε εκπαιδευτικά προγράμματα και σε δράσεις που ενισχύουν την κατανόηση της πολιτιστικής αξίας από το ευρύ κοινό.

Η μεγάλη πρόκληση είναι να αναδειχθεί ο αναπτυξιακός ρόλος της πολιτιστικής κληρονομιάς χωρίς, ωστόσο, να χαθεί η ψυχή της. Να γίνει η κληρονομιά πιο ανοιχτή στους πολίτες, πιο προσβάσιμη, πιο ορατή και πιο χρήσιμη στην κοινωνία, χωρίς να μετατραπεί σε θέαμα χωρίς περιεχόμενο. Η ανάπτυξη που στηρίζεται στον πολιτισμό δεν μπορεί να είναι ανάπτυξη του εύκολου κέρδους, αλλά ανάπτυξη γνώσης, ποιότητας, διάρκειας και θεσμικής ευθύνης.

Σε αυτή τη βάση, η πολιτιστική κληρονομιά μπορεί πράγματι να λειτουργήσει ως μοχλός οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής ένταξης. Μπορεί να ενισχύσει τον ποιοτικό τουρισμό, να δημιουργήσει νέες τοπικές αλυσίδες αξίας, να αναβαθμίσει τον δημόσιο χώρο, να κινητοποιήσει επενδύσεις και να προσφέρει ευκαιρίες συμμετοχής σε τοπικές κοινότητες, νέους δημιουργούς και κοινωνικές ομάδες που συχνά μένουν στο περιθώριο. Αλλά αυτό θα συμβεί μόνο εφόσον η οικονομική διάσταση υπηρετεί την πολιτιστική αξία και όχι το αντίστροφο.

Στο βιβλίο μου «Η Οικονομία της Πολιτιστικής Κληρονομιάς» αναλύεται εξαντλητικά το θέμα της εξισορρόπησης προστασίας και αξιοποίησης. Η Σύμβαση Faro του Συμβουλίου της Ευρώπης (Framework Convention on the Value of Cultural Heritage for Society, Faro, 2005) αποδέχεται ότι είναι εφικτή η ισορροπία προστασίας και αξιοποίησης και προτρέπει τη βιώσιμη χρήση και την ανάδειξη της κληρονομιάς για οικονομικούς και κοινωνικούς σκοπούς, ενθαρρύνοντας τη σύνδεση των πολιτών με τον τόπο τους, ώστε να προσελκύει νέες οικονομικές δραστηριότητες, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι η οικονομική χρήση δεν αποτελεί απειλή για την ίδια την πολιτιστική κληρονομιά, αλλά αντίθετα παράγοντα προστασίας και συντήρησης. Ο διακεκριμένος Γάλλος οικονομολόγος της πολιτιστικής κληρονομιάς Ξαβιέ Γκρεφ (2001) ορίζει τις εξής προϋποθέσεις για ισορροπία προστασίας και αξιοποίησης. Πρώτον, ότι η παροχή των διαφόρων παρεχόμενων οικονομικών υπηρεσιών είναι σχετική με την πολιτιστική κληρονομιά και, δεύτερον, ότι η επιλογή μεταξύ διαφόρων πολιτιστικών επιλογών δεν χρησιμοποιεί οικονομικά κριτήρια. Ουσιαστικά αυτές οι δύο προϋποθέσεις στην πρακτική της διαχείρισης διασφαλίζουν διατήρηση και προστασία του πολιτιστικού κεφαλαίου, αλλά ταυτόχρονα επιτρέπουν δημιουργία απασχόλησης και εισοδήματος.

Η χώρα μας διαθέτει ένα μοναδικό απόθεμα πολιτιστικής κληρονομιάς. Το πραγματικό στοίχημα δεν είναι αν θα το αξιοποιήσει, αλλά πώς θα το αξιοποιήσει. Αν επιλέξει τον δρόμο της σοβαρότητας, του σχεδιασμού και της αυστηρής θεσμικής εποπτείας, η κληρονομιά μπορεί να γίνει πυλώνας ενός νέου αναπτυξιακού υποδείγματος με οικονομικό, κοινωνικό και παιδευτικό αποτύπωμα. Αν, αντίθετα, ανεχθεί λογικές ασυδοσίας, ευκαιριακής εμπορευματοποίησης και παράκαμψης της νομιμότητας, τότε δεν πρόκειται για αξιοποίηση, αλλά για σταδιακή υπονόμευση ενός ανεκτίμητου δημόσιου αγαθού. Είναι αδήριτη ανάγκη να γίνει απόλυτα σαφές ότι η αξιοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς είναι εθνική αναγκαιότητα, αλλά η ασυδοσία απέναντί της είναι κολάσιμο έγκλημα.

*Ο κ. Γεώργιος Μέργος είναι ομότιμος καθηγητής Οικονομικών Επιστημών, ΕΚΠΑ, πρώην γ.γ. υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT