ΔΕΗ: Αναγκαία η απολιγνιτοποίηση – Η επόμενη ημέρα της Δ. Μακεδονίας

ΔΕΗ: Αναγκαία η απολιγνιτοποίηση – Η επόμενη ημέρα της Δ. Μακεδονίας

Η ΔΕΗ απαντά στις αντιδράσεις που προκάλεσε η ανατίναξη παροπλισμένων εκσκαφέων στο ορυχείο της Μαυροπηγής

7' 53" χρόνος ανάγνωσης

Η παραγωγή ενέργειας από λιγνίτη έχει καταστεί πλέον εξαιρετικά ασύμφορη, κυρίως λόγω του κόστους των δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, απαντά η ΔΕΗ στις αντιδράσεις που προκάλεσε η απόσυρση παροπλισμένων εκσκαφέων στο ορυχείο της Μαυροπηγής.

«Η επίκληση του λιγνίτη ως “εθνικού καυσίμου” στη σημερινή εποχή αγνοεί τη σκληρή οικονομική και περιβαλλοντική πραγματικότητα», αναφέρει η επιχείρηση, τονίζοντας την ανάγκη της ενεργειακής μετάβασης, αλλά και περιγράφοντας την επόμενη ημέρα για τη Δυτική Μακεδονία.

Οπως αναφέρεται στη σχετική ανακοίνωση, η ΔΕΗ επανατοποθετείται στη Δυτική Μακεδονία ως ο μεγαλύτερος επενδυτής καθαρής και ευέλικτης ενέργειας, καθώς μέσω του στρατηγικού επενδυτικού πλάνου ύψους 5,75 δισ. ευρώ, οι πρώην λιγνιτικές εκτάσεις στη Δυτική Μακεδονία θα μεταμορφωθούν σε έναν τεχνολογικό και πράσινο ενεργειακό κόμβο για τη χώρα και τη ΝΑ Ευρώπη, με σημαντικότερη εξέλιξη την κατασκευή ενός Mega Data Center στην περιοχή, η οποία θα ξεκινήσει εντός του έτους.  

Η αναγκαιότητα της ενεργειακής μετάβασης

Για δεκαετίες, ο λιγνίτης αποτέλεσε τη ραχοκοκαλιά του ελληνικού συστήματος ηλεκτροπαραγωγής, προσφέροντας ενεργειακή αυτάρκεια και στηρίζοντας τη βιομηχανική ανάπτυξη της χώρας. Ωστόσο, η παραγωγή ενέργειας από λιγνίτη έχει καταστεί πλέον εξαιρετικά ασύμφορη, κυρίως λόγω του κόστους των δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, όπως προκύπτει από την τιμή των δικαιωμάτων ρύπων στην Ευρώπη με τον συντελεστή εκπομπών του ελληνικού λιγνίτη, εξηγεί η ΔΕΗ.

Λόγω των ποιοτικών χαρακτηριστικών του λιγνίτη σε συνδυασμό με τον χαμηλό βαθμό φόρτισης των λιγνιτικών μονάδων, προκύπτει ειδική εκπομπή της τάξεως του 1,15 έως και 1,6 τόνοι CO2/MWhe. Με τη χρηματιστηριακή τιμή του CO2 να κινείται σταθερά στην περιοχή των 80 ευρώ ανά τόνο –και με σαφή τάση ανόδου προς τα 90 με 100 ευρώ– το κόστος των ρύπων μόνο για την κάλυψη των δικαιωμάτων CO2 διαμορφώνεται περίπου από 92€ ανά MWh (περίπτωση Πτολεμαΐδας V ) και μπορεί να φτάσει έως τα 160€ ανά MWh (για τις παλαιότερες μονάδες) όταν η μέση τιμή της χονδρικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας κινείται τους τελευταίους μήνες στα επίπεδα των 90 ευρώ.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι το ειδικό κόστος λιγνίτη αυξάνεται δραματικά με τη μείωση της συμμετοχής λιγνίτη στο ενεργειακό μείγμα λόγω των ΑΠΕ, σε συνδυασμό με τα λοιπά λειτουργικά έξοδα (μισθοί, συντηρήσεις) και συνυπολογίζοντας και το κόστος εμπορίας δικαιωμάτων CO2, το συνολικό κόστος παραγωγής ενέργειας από λιγνίτη αυξάνεται σε τέτοιο επίπεδο που καθίσταται μη ανταγωνιστικό, επισημαίνεται. Αυτή η μεγάλη οικονομική επιβάρυνση θα μεταφερόταν αναπόφευκτα στους καταναλωτές, καθιστώντας τη διατήρηση των λιγνιτικών μονάδων μια οικονομικά επιζήμια επιλογή για την εθνική οικονομία. Ακόμα και η υπερσύγχρονη μονάδα «Πτολεμαΐδα V», η οποία σχεδιάστηκε με τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνολογίες, συμμετέχει ελάχιστα στην παραγωγή ενέργειας ακριβώς επειδή το κόστος λειτουργίας της την καθιστά μη ανταγωνιστική έναντι άλλων μέσων παραγωγής, προσθέτει η ΔΕΗ.

Παράλληλα, επισημαίνει ότι η προσέγγιση ότι οι λιγνιτικές μονάδες είναι απαραίτητες για τη σταθερότητα του συστήματος έχει ξεπεραστεί από την τεχνολογική εξέλιξη. Οι παλαιές θερμικές μονάδες, ως «μονάδες βάσης», χαρακτηρίζονται από εξαιρετική τεχνική δυσκαμψία, καθώς απαιτούν πολλές ώρες για να τεθούν σε λειτουργία ή να σβήσουν. Σε ένα σύγχρονο ενεργειακό μείγμα που κυριαρχείται από την καθαρή και φθηνή παραγωγή των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, το σύστημα χρειάζεται ευέλικτες μονάδες που μπορούν να ανταποκρίνονται ακαριαία στις αυξομειώσεις της ζήτησης και της παραγωγής. Η σταθερότητα του δικτύου δεν εξασφαλίζεται πλέον από τη συνεχή καύση λιγνίτη, αλλά από τον συνδυασμό της ευέλικτης παραγωγής και των σύγχρονων τεχνολογιών αποθήκευσης ενέργειας.

Για τον λόγο αυτό, η ΔΕΗ υλοποιεί ένα μεγάλο πρόγραμμα πράσινης μετάβασης, αναπτύσσοντας ένα διαφοροποιημένο και ανθεκτικό χαρτοφυλάκιο που εστιάζει στην ευέλικτη παραγωγή και την αποθήκευση ενέργειας. Στον τομέα της αποθήκευσης, η εταιρεία πρωτοστατεί με την ανάπτυξη συστημάτων μπαταριών (BESS) υψηλής απόκρισης, τα οποία προσφέρουν άμεση εξισορρόπηση στο σύστημα, καθώς και με δύο έργα αντλησιοταμίευσης στη Δυτική Μακεδονία, συγκεκριμένα στην Καρδιά και στο Νότιο Πεδίο, τα οποία λειτουργούν ως «φυσικοί συσσωρευτές» ενέργειας μακράς διάρκειας. Παράλληλα, οι επενδύσεις σε ευέλικτες μονάδες φυσικού αερίου εγγυώνται τη σταθερή και άμεση παροχή ισχύος σε περιόδους αιχμής, ενισχύοντας την ασφάλεια του συστήματος με σημαντικά μικρότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα.

Γιατί ανατινάχθηκαν οι εκσκαφείς

Η ΔΕΗ στο πλαίσιο της προγραμματικής σύμβασης με τη ΜΕΤΑΒΑΣΗ Α.Ε. (που έχει εγκριθεί με νόμο), είναι υποχρεωμένη να προχωρήσει σε αποξήλωση και απομάκρυνση του οριστικά αποσυρόμενου και παλαιωμένου εξοπλισμού με σκοπό την απόδοση των εδαφών στη ΜΕΤΑΒΑΣΗ Α.Ε. Οι εν λόγω εκτάσεις θα αποδοθούν στο ελληνικό Δημόσιο προς περαιτέρω αξιοποίηση.

Η ελεγχόμενη ανατίναξη των τριών παλαιών εκσκαφέων στα κλειστά ορυχεία της Πτολεμαΐδας χαρακτηρίζεται σαν μια αμιγώς επιχειρησιακή και τεχνική απόφαση, η οποία υπαγορεύτηκε από την ασφάλεια της ανθρώπινης ζωής και την ορθή διαχείριση των παροπλισμένων βιομηχανικών εγκαταστάσεων. Οι συγκεκριμένοι εκσκαφείς, ύστερα από δεκαετίες λειτουργίας σε αντίξοες συνθήκες εξόρυξης, είχαν ολοκληρώσει τον κύκλο ζωής τους και παρουσίαζαν εκτεταμένη δομική κόπωση και διάβρωση των μεταλλικών τους στοιχείων, καθιστώντας τους στατικά ασταθείς.

Οπως τονίζεται, η απόσυρση των συγκεκριμένων μηχανημάτων, με δεδομένη την πρότερη λειτουργική τους κατάσταση, δεν επηρεάζει με κανένα τρόπο την τρέχουσα επιχειρησιακή και λειτουργική ικανότητα της ΔΕΗ αναφορικά με την εξόρυξη λιγνίτη.

Επισημαίνεται, επίσης, ότι ο εξοπλισμός αυτός, λόγω της παλαιότητάς του που ξεπερνάει τα 50 έτη και της κακής λειτουργικής κατάστασης, δεν προσελκύει το ενδιαφέρον δυνητικών αγοραστών (προμηθευτές παρόμοιου εξοπλισμού, άλλες ενεργειακές εταιρείες ή και ορυχεία) οι οποίοι ενδιαφέρονται είτε για μικρότερα μηχανήματα είτε για πολύ πιο νέα σε ηλικία για να μπορούν να αναβαθμιστούν και να εκσυγχρονιστούν.

Η αποσυναρμολόγηση αυτών των μεταλλικών δομών (μεγάλου ύψους και βάρους εκατοντάδων τόνων), δίχως την πρότερη καθαίρεσή τους, θα απαιτούσε την εργασία τεχνικού προσωπικού σε μεγάλο ύψος επάνω στις φθαρμένες αυτές υποδομές. Μια τέτοια μέθοδος θα εξέθετε τους εργαζομένους σε υψηλό κίνδυνο εργατικού ατυχήματος. Αντίθετα, η μέθοδος της ελεγχόμενης κατεδάφισης με χρήση εκρηκτικών αποτελεί τη διεθνώς ενδεδειγμένη και ασφαλέστερη βιομηχανική πρακτική για την απόσυρση βαρέος εξοπλισμού ορυχείων που έχει τεθεί οριστικά εκτός λειτουργίας, σημειώνει η ΔΕΗ.

Στους ισχυρισμούς περί υποβάθμισης ή απαξίωσης της ιστορικής διαδρομής της περιοχής, η ΔΕΗ απαντά ότι σχεδιάζει τη δημιουργία ενός Μουσείου Βιομηχανικής Κληρονομιάς στην περιοχή της Πτολεμαΐδας. Στο πλαίσιο αυτού του έργου, θα διατηρηθούν και θα αποκατασταθούν εμβληματικά βιομηχανικά κτίρια, πύργοι ψύξης, ιστορικές καμινάδες και εγκαταστάσεις μεγάλης αρχιτεκτονικής και ιστορικής αξίας.

Επιπλέον, συγκεκριμένα μηχανήματα και εξοπλισμός που έχουν χαρακτηριστεί κινητά βιομηχανικά μνημεία θα συντηρηθούν και θα εκτεθούν στον χώρο του μουσείου. 

Το πρόγραμμα αποκαταστάσεων και πράσινων επενδύσεων

Την ίδια στιγμή, η εταιρεία υλοποιεί ένα μεγάλο πρόγραμμα αποκατάστασης εδαφών και αποσύρσεων, πραγματοποιώντας σημαντικές επενδύσεις για να αναβαθμίσει περιβαλλοντικά και να επαναφέρει σε παραγωγική χρήση τις εκτάσεις όπου αναπτύχθηκε η εξορυκτική δραστηριότητα επί δεκαετίες.

Μέχρι σήμερα, έχουν αποκατασταθεί πλήρως πάνω από 80.000 στρέμματα πρώην λιγνιτωρυχείων. Από αυτά, περίπου 55.000 στρέμματα παραχωρούνται σταδιακά στο Ελληνικό Δημόσιο μέσω της εταιρείας ΜΕΤΑΒΑΣΗ Α.Ε., προκειμένου να αποδοθούν για άλλες χρήσεις (γεωργία, δασικές ζώνες αναψυχής, οργανωμένες περιοχές για την προσέλκυση νέων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων).

Την ίδια στιγμή, η ΔΕΗ επανατοποθετείται στη Δυτική Μακεδονία ως ο μεγαλύτερος επενδυτής καθαρής και ευέλικτης ενέργειας. Η ολοκλήρωση της κατασκευής φωτοβολταϊκών πάρκων συνολικής ισχύος 2,13 GW, σε συνδυασμό με τις μεγάλες επενδύσεις στην αποθήκευση ενέργειας, δημιουργεί ένα μεγάλο κέντρο πράσινης και ευέλικτης παραγωγής ενέργειας.

Οσον αφορά στην ηλεκτροπαραγωγή, η ΔΕΗ διασφαλίζει την ομαλή και δυναμική εξέλιξη των υφιστάμενων υποδομών της. Στο πλαίσιο αυτό, έχει ήδη ξεκινήσει η μετατροπή της μονάδας «Πτολεμαΐδα V» σε μια καθαρή μονάδα φυσικού αερίου συνδυασμένου κύκλου. Η νέα αυτή επένδυση, η οποία προγραμματίζεται να τεθεί σε λειτουργία στις αρχές του 2028 ως ανοιχτού κύκλου και το 2029 ως συνδυασμένου, θα παρέχει ευέλικτη ισχύ, διατηρώντας παράλληλα εξειδικευμένο τεχνικό προσωπικό στην περιοχή και εξασφαλίζοντας τη μακροχρόνια αξιοποίηση του σταθμού.

Παράλληλα με τη μετατροπή των μεγάλων μονάδων, η ΔΕΗ αναπτύσσει ένα ευρύτατο πλέγμα συμπληρωματικών τεχνολογιών αιχμής όπως η σύγχρονη μονάδα Συμπαραγωγής Ηλεκτρισμού και Θερμότητας Υψηλής Αποδοτικότητας (ΣΗΘΥΑ) και η πρώτη βιομηχανικής κλίμακας μονάδα παραγωγής υδρογόνου από ανανεώσιμες πηγές στο Αμύνταιο.

Συνολικά, μέσω του στρατηγικού επενδυτικού πλάνου του Ομίλου ΔΕΗ, ύψους 5,75 δισ. ευρώ, οι πρώην λιγνιτικές εκτάσεις στη Δυτική Μακεδονία θα μεταμορφωθούν σε έναν τεχνολογικό και πράσινο ενεργειακό κόμβο για τη χώρα και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, τονίζεται.

Νέος πυλώνας ανάπτυξης το Mega Data Center

Η πιο σημαντική εξέλιξη για την επόμενη μέρα της Δυτικής Μακεδονίας είναι, σύμφωνα με τη ΔΕΗ, η απόφασή της να ξεκινήσει εντός του έτους την κατασκευή ενός Mega Data Center στην περιοχή. Σε πρώτη φάση, θα κατασκευαστεί ένα Mega Data Center ισχύος 300 MW στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, μια μεγάλη επένδυση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η οποία μπορεί να ολοκληρωθεί σε δύο χρόνια από την έναρξη κατασκευής. Το αρχικό έργο των 300 MW θα έχει τη δυνατότητα επέκτασης σε 1.000 MW (Giga Data Center) κατόπιν δέσμευσης από hyperscalers.

Ανάμεσα στα οφέλη από τη λειτουργία αυτής της υποδομής για την τοπική κοινωνία και την οικονομία της Δυτικής Μακεδονίας αναφέρεται η δημιουργία χιλιάδων νέων θέσεων εργασίας που αφορούν εξειδικευμένο επιστημονικό και τεχνικό προσωπικό στον τομέα των κατασκευών, της πληροφορικής, των τηλεπικοινωνιών και της ενέργειας.

Απέναντι σε τυχόν επιφυλάξεις ή κριτική σχετικά με την κατανάλωση νερού για τις ανάγκες ψύξης των Data Centers, η ΔΕΗ αναφέρει ότι η εκτιμώμενη ετήσια κατανάλωση νερού για τη λειτουργία του νέου Mega Data Center υπολογίζεται ότι δεν θα ξεπεράσει τα 400.000 κυβικά μέτρα το έτος, ποσότητα που αντιπροσωπεύει μόλις το 0,6% του νερού που απαιτούσε η παλαιά λιγνιτική δραστηριότητα.

Επιπλέον, ο ενεργειακός εφοδιασμός του Data Center θα καλύπτεται από το νέο ενεργειακό χαρτοφυλάκιο της ΔΕΗ στην περιοχή, με έμφαση στην αξιοποίηση καθαρών πηγών ενέργειας.

Το Mega Data Center μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για τη συνολική οικονομική μεταμόρφωση της περιοχής, προσελκύοντας παγκόσμιους κολοσσούς της τεχνολογίας, νεοφυείς επιχειρήσεις και ερευνητικά κέντρα, δημιουργώντας ένα δυναμικό οικοσύστημα καινοτομίας.

Η Δυτική Μακεδονία παύει να είναι μια μονοθεματική περιοχή εξαρτημένη από τον λιγνίτη και μετατρέπεται με γρήγορα βήματα σε έναν σύγχρονο, διεθνή κόμβο καθαρής και ευέλικτης ενέργειας, ψηφιακής τεχνολογίας και Τεχνητής Νοημοσύνης, δημιουργώντας ένα βιώσιμο μέλλον για τις επόμενες γενιές, καταλήγει η ΔΕΗ.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT