Η Ελλάδα έχει επενδύσει σημαντικά τα τελευταία χρόνια στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας –στον ήλιο και στον άνεμο– και σήμερα βλέπουμε ξεκάθαρα τα οφέλη αυτής της στρατηγικής επιλογής.
Το 2019, όταν ανέλαβε αυτή η κυβέρνηση, η εγκατεστημένη ισχύς από φωτοβολταϊκά και αιολικά ήταν 6,3 GW. Τώρα ξεπερνάει πλέον τα 17 GW, με την αύξηση να προέρχεται κυρίως από τα φωτοβολταϊκά. Με την άνοδο αυτή, η χώρα μας συγκαταλέγεται στους παγκόσμιους πρωτοπόρους στη διείσδυση των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή: Νο 3 στον κόσμο στα φωτοβολταϊκά για το 2025 και Νο 9 στα αιολικά (σύμφωνα με μελέτη της δεξαμενής σκέψης Ember).
Οι ΑΠΕ της Ελλάδας έχουν αλλάξει ριζικά τις ροές ενέργειας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Το 2019, όταν ανέλαβε αυτή η κυβέρνηση, η χώρα μας κάλυπτε το 18% των αναγκών της από εισαγωγές. Σε απόλυτες ποσότητες, ήμασταν τότε ο έκτος μεγαλύτερος εισαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη. Οι εισαγωγές ήταν προϊόν ενός μη ανταγωνιστικού μείγματος που βασιζόταν διαχρονικά στον (κακής ποιότητας εγχώριο) λιγνίτη.
Με τις ΑΠΕ αρχίσαμε να περιορίζουμε τις εισαγωγές και το 2024 γίναμε, οριακά, καθαροί εξαγωγείς ηλεκτρικής ενέργειας. Το 2025 είχαμε καθαρές εξαγωγές το 2/3 των ημερών.
Το 2026 έχουμε αναδειχθεί πλέον σε έναν από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς στην Ευρώπη – μόνο η Γαλλία, η Σουηδία και οι Κάτω Χώρες εξάγουν περισσότερο ρεύμα (σε καθαρή βάση). Στην Ευρώπη εξάγει αυτός που έχει πιο ανταγωνιστικό μείγμα. Ο καθαρός εξαγωγέας έχει φθηνότερες τιμές από τις αγορές στις οποίες εξάγει.
Το 2019, λοιπόν, είχαμε (μακράν) την ακριβότερη τιμή χονδρικής στην Ευρώπη – έπρεπε να «τραβήξουμε» ρεύμα από τους γείτονές μας. Ημασταν 68% ακριβότεροι από τη Γερμανία και 34% πιο ακριβοί από τη γείτονα Βουλγαρία.
Φέτος έχουμε την 7η χαμηλότερη τιμή χονδρικής στην Ευρώπη –φθηνότεροι και από τη Βουλγαρία και τη Γερμανία–, αν και η τιμή είναι αυξημένη σε σχέση με το 2019, γιατί ζούμε ακόμα στα απόνερα της ενεργειακής κρίσης του 2022.
Η χαμηλότερη χονδρική σε σχέση με άλλες χώρες μεταφράζεται και σε χαμηλότερη λιανική: 18% χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο για το δεύτερο εξάμηνο του 2025, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Eurostat για τους οικιακούς καταναλωτές.
Το μεγάλο στοίχημα πλέον δεν είναι μόνο οι ΑΠΕ, αλλά και η αποθήκευση και η ευελιξία στη ζήτηση.
Η μεταστροφή στο ενεργειακό προφίλ της χώρας οφείλεται κυρίως στις ΑΠΕ. Το 2025 εξάγαμε περισσότερο ρεύμα τις μέρες που είχαμε καλή παραγωγή από άνεμο. (Ο συσχετισμός είναι πιο αδύναμος το 2026, γιατί εξάγουμε όλες τις ώρες και όλες τις μέρες πλέον.)
Η σχέση μεταξύ της παραγωγής από ΑΠΕ και των τιμών είναι ξεκάθαρη. Τις μέρες που η παραγωγή από ΑΠΕ είναι χαμηλή (κάτω από το 60% της εγχώριας κατανάλωσης), η τιμή χονδρικής είναι 79% υψηλότερη σε σχέση με τις ημέρες που έχουμε εξαιρετική παραγωγή από ΑΠΕ (πάνω από το 90% της ζήτησης).
Φυσικά, στο μείγμα έχουμε ακόμα πολύ φυσικό αέριο, και αυτό ανεβάζει τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, ειδικά σε μια συγκυρία που οι ευρωπαϊκές τιμές φυσικού αερίου έχουν ανέβει λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή.
Το μεγάλο στοίχημα πλέον δεν είναι μόνο οι ΑΠΕ, αλλά και η αποθήκευση και η ευελιξία στη ζήτηση. Ηδη έχουν μπει στο σύστημα οι πρώτες μπαταρίες που χρηματοδοτήθηκαν από το Ταμείο Ανάκαμψης, ενώ προχωράει και το εμβληματικό έργο αντλησιοταμίευσης στην Αμφιλοχία. Το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας δουλεύει ανελλιπώς για να ενισχυθεί η αποθήκευση περαιτέρω.
Ταυτόχρονα, δίνουμε εργαλεία στους καταναλωτές να εκμεταλλευθούν περιόδους που οι τιμές είναι χαμηλές με τα δυναμικά (πορτοκαλί) τιμολόγια, με τα διζωνικά τιμολόγια (φθηνότερο ρεύμα το μεσημέρι) και την εγκατάσταση έξυπνων μετρητών (ήδη το 60% της κατανάλωσης στο δίκτυο μέσης και χαμηλής τάσης δουλεύει με τηλεμέτρηση).
Το στοίχημα για χαμηλότερες τιμές είναι σύνθετο και εξαρτάται πάντα και από διεθνείς συγκυρίες. Οι ΑΠΕ μαζί με την αποθήκευση και την ευελιξία στη ζήτηση είναι ο συνδυασμός που θα φέρει χαμηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας για τους καταναλωτές.
*Ο κ. Νίκος Τσάφος είναι υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας.

