Για περίπου τρεις δεκαετίες μετά την πτώση του Τείχους, το 1989, η παγκόσμια οικονομία λειτουργούσε βάσει μιας σχετικά κοινής παραδοχής: η παγκοσμιοποίηση θα διευρυνόταν υπό την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών, η Κίνα θα συνέκλινε σταδιακά προς την οικονομική φιλελευθεροποίηση και η Ευρωπαϊκή Ενωση θα ωρίμαζε, τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά, με την εγκαθίδρυση δομών πανευρωπαϊκής εμβέλειας και ισχύος. Οι πιο «ρομαντικοί» αναλυτές προσδοκούσαν ότι οι αγορές προϊόντων και υπηρεσιών θα γίνονταν ολοένα και πιο διασυνδεδεμένες, οι εφοδιαστικές αλυσίδες πιο αποδοτικές και οι νομισματικές ισορροπίες θα ακολουθούσαν την εξέλιξη των εμπορικών συναλλαγών, εξυπηρετώντας αναλογικά τις ανάγκες των συναλλασσομένων. Οσον αφορά τις γεωπολιτικές συγκρούσεις, ήταν διάχυτη η αντίληψη πως θα παρέμεναν υποταγμένες στην οικονομική αλληλεξάρτηση των τριών νέων πόλων.
Αυτός ο κόσμος το 2026 δεν υπάρχει πια. Μια νέα παγκόσμια αρχιτεκτονική αναδύεται, λιγότερο οικουμενική, περισσότερο ανταγωνιστική και σαφώς πιο απρόβλεπτη και επικίνδυνη. Η κυρίαρχη τάση που διαμορφώνεται σήμερα δεν είναι η κατάρρευση της παγκοσμιοποίησης, αλλά ο κατακερματισμός της σε τρεις ανταγωνιστικές σφαίρες επιρροής. Η μετάβαση αυτή είναι ταυτόχρονα οικονομική, τεχνολογική, βιομηχανική και στρατηγική. Η νέα ισορροπία διαμορφώνεται πλέον από τον έλεγχο των νέων τεχνολογιών και των ημιαγωγών, των ενεργειακών πόρων, των εφοδιαστικών αλυσίδων, τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης, τις βιομηχανικές επιδόσεις και τις χρηματοοικονομικές υποδομές. Η νέα παγκοσμιοποίηση επανασχεδιάζεται όχι με βάση πολυεπίπεδες εμπορικές συνεργασίες και παραγωγικές συμπράξεις, αλλά γύρω από την ανθεκτικότητα των τριών οικονομικών πόλων, τη διασφάλιση των αναπτυξιακών προοπτικών τους και την περιφρούρηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων τους. Οπως έχουν επανειλημμένως υποστηρίξει οι Financial Times σε πρόσφατες αναλύσεις τους, η παγκόσμια οικονομία εισέρχεται σε μια εποχή όπου η «γεωοικονομία» αντικαθιστά σταδιακά την κλασική παγκοσμιοποίηση ως οργανωτική αρχή των διεθνών σχέσεων.
Οι λόγοι αυτής της μετάβασης είναι πολλοί, αλλά τέσσερα μεγάλα γεγονότα επιτάχυναν δραματικά τη διαδικασία. Η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, που κλόνισε την εμπιστοσύνη στο δυτικό φιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο. Η άνοδος της Κίνας, που απέδειξε ότι ο κρατικός καπιταλισμός μπορεί να ανταγωνιστεί επιτυχώς τον καπιταλισμό της αγοράς. Η πανδημία της COVID-19, που ανέδειξε την ευθραυστότητα των παγκόσμιων εφοδιαστικών αλυσίδων. Τέλος, ο πόλεμος στην Ουκρανία υπενθύμισε στις κυβερνήσεις ότι η ενεργειακή εξάρτηση μπορεί πολύ γρήγορα να μετατραπεί σε γεωπολιτική ευαλωτότητα. Ως αποτέλεσμα, η κεντρική οργανωτική αρχή της οικονομικής πολιτικής έχει αλλάξει. Οι κυβερνήσεις δεν αναρωτιούνται πλέον μόνο αν οι εφοδιαστικές αλυσίδες είναι φθηνές, αλλά αν είναι και ασφαλείς· όχι μόνο αν το εμπόριο είναι κερδοφόρο, αλλά και αν οι εξαρτήσεις είναι στρατηγικά επικίνδυνες μακροπρόθεσμα· όχι μόνο αν οι ξένοι προμηθευτές μειώνουν το κόστος διαβίωσης και συγκρατούν τον πληθωρισμό, αλλά και αν η εξάρτηση αυτή διακυβεύει την εθνική ασφάλεια. Αυτό σηματοδοτεί την ενσωμάτωση της γεωπολιτικής στον οικονομικό σχεδιασμό.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έγιναν ο βασικός μοχλός αυτής της αναδιάταξης, ιδιαίτερα μέσα από τις πολιτικές του Ντόναλντ Τραμπ. Επιδιώκουν τη διατήρηση της ηγετικής θέσης τους στην καινοτομία, στις προηγμένες τεχνολογίες, στο εμπόριο και στον στρατιωτικό τομέα, καθώς και της πρωτοκαθεδρίας του δολαρίου ως κυρίαρχου αποθεματικού νομίσματος. Επιδιώκουν επίσης να αναβιώσουν τη βιομηχανική παραγωγή τους, δημιουργώντας ένα προστατευτικό πλαίσιο δασμών. Ωστόσο, οι ΗΠΑ έχουν επίσης πολλά να χάσουν από αυτή την πολιτική. Το παλαιό σύστημα τους επέτρεπε να απολαμβάνουν τα οφέλη των φθηνών εισαγωγών, του χαμηλού πληθωρισμού και των παγκοσμιοποιημένων παραγωγικών δικτύων. Ενας πιο κατακερματισμένος κόσμος συνεπάγεται υψηλότερο κόστος λόγω δασμών, διάρρηξη των εφοδιαστικών αλυσίδων, πληθωριστικές πιέσεις και δημοσιονομική επιβάρυνση λόγω της βιομηχανικής πολιτικής του επαναπατρισμού της παραγωγής (re-shoring). Η πρόκληση για τις Ηνωμένες Πολιτείες θα είναι να διατηρήσουν την παγκόσμια οικονομική ηγεμονία τους, ενώ την ίδια στιγμή υπονομεύουν την πολιτική ανοικτών συνόρων που τροφοδότησε για δεκαετίες τον οικονομικό δυναμισμό τους και την πρωτοκαθεδρία τους.
Μια νέα παγκόσμια αρχιτεκτονική αναδύεται, λιγότερο οικουμενική, περισσότερο ανταγωνιστική και σαφώς πιο απρόβλεπτη και επικίνδυνη.
Η Κίνα, από την άλλη πλευρά, αποτελεί ταυτόχρονα την αιτία και το αποτέλεσμα της νέας εποχής. Μέσα στις τελευταίες δύο δεκαετίες εξελίχθηκε από το «εργοστάσιο του κόσμου» προϊόντων χαμηλής αξίας και ποιότητας σε συστημικό οικονομικό αντίπαλο της Δύσης. Την τελευταία δεκαπενταετία έχει καταστεί μια σύγχρονη οικονομική υπερδύναμη. Βρίσκεται στο επίκεντρο των μελλοντικών βιομηχανικών οικοσυστημάτων, της εργοστασιακής ρομποτικής και της υψηλής τεχνολογίας, ιδιαίτερα στα ηλεκτρικά οχήματα, στις πράσινες τεχνολογίες, στις μπαταρίες, στις σπάνιες γαίες και στις υποδομές. Ο δυτικός κόσμος πίστευε ότι η οικονομική της ανάπτυξη θα οδηγούσε σταδιακά στη φιλελευθεροποίηση του κινεζικού συστήματος. Αντιθέτως, η Κίνα ενσωματώθηκε στις παγκόσμιες αγορές ενισχύοντας παράλληλα τον κρατικό της έλεγχο στους στρατηγικούς τομείς. Αυτό που προέκυψε δεν ήταν σύγκλιση προς το δυτικό μοντέλο, αλλά η ανάδυση ενός μοντέλου κρατικά κατευθυνόμενου καπιταλισμού. Αυτό που η Σοβιετική Ενωση απαξίωσε, η Κίνα το καθιέρωσε με εξαιρετικά αποτελέσματα. Οπως έχει επισημάνει πρόσφατα ο Economist, το ερώτημα πλέον δεν είναι αν η Κίνα μπορεί να ενσωματωθεί στην ελεύθερη αγορά, αλλά αν ο δυτικός καπιταλισμός μπορεί να προσαρμοστεί –και να αντέξει– στην ύπαρξη ενός κινεζικού μοντέλου πιο ανταγωνιστικού σε ποιότητα, ποσότητα και τιμή. Στον νέο τριπολικό κόσμο, το μεγαλύτερο συγκριτικό πλεονέκτημα της Κίνας είναι η στρατηγική αυτονομία της και η βιομηχανική κυριαρχία της σε κρίσιμους τομείς. Παρ’ όλα αυτά, κίνδυνοι πάντα ελλοχεύουν. Η δημογραφική συρρίκνωση, η εξάρτησή της από τις εξαγωγές και η σταδιακή στροφή των δυτικών οικονομιών προς τη «μείωση κινδύνου» (de-risking) απειλούν ακριβώς το εξαγωγικό μοντέλο που τροφοδότησε την άνοδό της.
Η Ευρώπη καταλαμβάνει την πιο αβέβαιη θέση σε αυτό το νέο τρίγωνο ισχύος. Για δεκαετίες η παγκοσμιοποίηση την ευνόησε, καθώς η Ευρώπη επωφελήθηκε από την πρόσβαση στις διεθνείς αγορές με προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας, την ευπρόσδεκτη εισβολή φθηνών κινεζικών προϊόντων, την προμήθεια φθηνής ρωσικής ενέργειας και τις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας. Αυτή η ισορροπία έχει πλέον καταρρεύσει. Η Ε.Ε. φαίνεται ολοένα και περισσότερο παγιδευμένη ανάμεσα σε συμπληγάδες που αναγνωρίζει, αλλά αδυνατεί να μετακινήσει. Κινδυνεύει με στρατηγική περιθωριοποίηση εάν δεν εμβαθύνει πρωτίστως την πολιτική της ολοκλήρωση, τον δημοσιονομικό εξορθολογισμό της, την ενοποίηση των κεφαλαιαγορών της και δεν απλοποιήσει το πολύπλοκο κανονιστικό και θεσμικό της πλαίσιο. Κατά δεύτερο λόγο, πρέπει να ενισχύσει την έρευνα και την καινοτομία, να βελτιώσει την παραγωγικότητά της και τη στρατιωτική αυτονομία της. Προκλήσεις απολύτως υπαρξιακές, όπως εύστοχα παρατήρησε ο Mάριο Ντράγκι.
Το κεντρικό ερώτημα είναι αν αυτή η μετάβαση μπορεί να παραμείνει διαχειρίσιμη. Και ίσως εδώ να βρίσκεται το κεντρικό παράδοξο της εποχής μας: όσο περισσότερο ο κόσμος διασυνδέεται τεχνολογικά και οικονομικά, τόσο περισσότερο κατακερματίζεται πολιτικά και στρατηγικά. Για τρεις δεκαετίες, η παγκοσμιοποίηση επιχείρησε να αφαιρέσει την πολιτική από την οικονομία. Η επόμενη δεκαετία ίσως καθοριστεί ακριβώς από το αντίθετο. Οπως θα έλεγε και ο Τζον Μέιναρντ Κέινς, οι γεωπολιτικές ιδέες διαμορφώνουν τελικά περισσότερο την οικονομία απ’ όσο οι ίδιες οι αγορές.
*Ο κ. Γιώργος Στούμπος διετέλεσε καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και στέλεχος της Τράπεζας της Ελλάδος.

