Σε νομοθετική ρύθμιση που θα κλείνει οριστικά το θέμα του νόμου Κατσέλη προσανατολίζεται το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, σε μια προσπάθεια να βάλει τέλος στις διαφορετικές ερμηνείες νομικών κύκλων που διαβάζουν την απόφαση με διττό τρόπο. Οτι δηλαδή η απόφαση δεν σημαίνει άτοκο δάνειο με επιβολή του επιτοκίου αυτοτελώς στη δόση κάθε μήνα, αλλά ότι το επιτόκιο θα επιβάλλεται μεν μηνιαίως, αλλά για όλο το διάστημα της ρύθμισης. Με τη νομοθετική ρύθμιση θα επιδιωχθεί να δοθεί τέλος στη συζήτηση ότι παρόμοια λύση μπορούν να διεκδικήσουν και άλλες κατηγορίες υπερχρεωμένων δανειοληπτών, όπως π.χ. αυτοί που εντάσσονται στον εξωδικαστικό μηχανισμό, καθώς κάτι τέτοιο θα ανέτρεπε όλη τη μεθοδολογία που εφαρμόζει το τραπεζικό σύστημα –όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς– για τον τρόπο υπολογισμού της, ανοίγοντας τον ασκό του Αιόλου για τη βάση υπολογισμού της τοκοφορίας όλων των κόκκινων δανείων.
Η αναδρομικότητα
Υπό συζήτηση παραμένει το θέμα της αναδρομικότητας στο οποίο ο Αρειος Πάγος δεν τοποθετήθηκε –στον βαθμό άλλωστε που δεν του ζητήθηκε– και το οποίο είναι εξίσου κρίσιμο, καθώς επίσης μπορεί να εγείρει πλήθος προσφυγών. Οι προσφυγές, π.χ., για επιστροφή χρημάτων μπορεί να προέλθουν όχι μόνο από δανειολήπτες που έχουν ενταχθεί στον νόμο Κατσέλη, αλλά και από κάποιους που έχασαν κατά τη διάρκεια αυτών των χρόνων τη ρύθμιση, οι οποίοι θα μπορούσαν να προβάλουν το επιχείρημα ότι εάν η μηνιαία δόση ήταν χαμηλότερη θα μπορούσαν να την τηρήσουν.
«Η απόφαση μπορεί να ανοίξει έναν κυκεώνα διεκδικήσεων», υποστηρίζει χαρακτηριστικά επικεφαλής μεγάλης εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων, όχι μόνο για τους άμεσα ενδιαφερομένους, δηλαδή για δανειολήπτες που εντάχθηκαν στην προστασία της πρώτης κατοικίας του νόμου Κατσέλη, αλλά και από συνδανειστές ή εγγυητές, οι οποίοι δεν προστατεύονται από τον νόμο είτε γιατί δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις είτε γιατί δεν συναίνεσαν. Στις περιπτώσεις αυτές οι servicers διεκδικούν το υπόλοιπο της οφειλής που δεν ρυθμίστηκε από τον νόμο και με βάση την «ευνοϊκή» ανάγνωση της απόφασης του Αρείου Πάγου, οι οφειλέτες αυτοί θα μπορούσαν επίσης να στραφούν κατά των funds που έχουν αγοράσει αυτά τα δάνεια, αξιώνοντας τα δικαιώματα που απορρέουν από τη διαφορετική μεθοδολογία υπολογισμού της οφειλής.
Μπροστά στο αδιέξοδο που έχει δημιουργηθεί, όπως υποστηρίζουν, οι servicers οι οποίοι διαχειρίζονται αυτά τα δάνεια προσανατολίζονται σε δύο επιλογές.
Η πρώτη είναι το «πάγωμα» του εκτοκισμού. Ετσι, από εδώ και στο εξής οι δανειολήπτες που προστατεύονται από τον νόμο Κατσέλη θα αποπληρώνουν μόνο κεφάλαιο. Στην άποψη αυτή συγκλίνουν όλες οι μεγάλες εταιρείες διαχείρισης, αδυνατώντας, όπως εξηγούν εκπρόσωποί τους, «να διακρίνουν από το περιεχόμενο της απόφασης ποια είναι η βάση υπολογισμού των τόκων».
Η δεύτερη είναι η υποβολή αίτησης ερμηνείας της απόφασης 6/2026 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, προκειμένου, όπως υποστηρίζουν, να αποσαφηνιστεί πώς θα υπολογίζονται οι τόκοι των δανείων του νόμου Κατσέλη. Το αίτημα θα πατάει στην «ασαφή», όπως υποστηρίζουν, διατύπωση της απόφασης, η οποία «στο σκεπτικό της παραπέμπει στον σχεδόν άτοκο υπολογισμό της οφειλής», αλλά στο «ακριβές λεκτικό της αποδέχεται τον υπολογισμό του τόκου στη μηνιαία δόση, αλλά για όλη τη διάρκεια της ρύθμισης». Οπως έχει γράψει η «Κ», στην πρώτη περίπτωση η επιβάρυνση για μια οφειλή π.χ. 120.000 ευρώ ρυθμισμένη σε 20 χρόνια με επιτόκιο 3% οδηγεί σε συνολικούς τόκους μόλις 3.600 ευρώ για όλη τη διάρκεια αποπληρωμής. Πρόκειται για σημαντική διαφορά σε σχέση με την επιβάρυνση που προκύπτει από ένα συμβατικό τοκοχρεωλυτικό δάνειο, το οποίο με βάση τις ίδιες παραδοχές (διάρκεια 20 ετών και 3% επιτόκιο) ανεβάζει την οφειλή των 120.000 ευρώ στις 161.460 ευρώ, δηλαδή επιβάρυνση τόκων 41.460 ευρώ. Στη δεύτερη περίπτωση, δηλαδή στον υπολογισμό του τόκου κάθε μήνα, αλλά για όλο το διάστημα της ρύθμισης, η διαφορά της επιβάρυνσης από τους τόκους σε σχέση με τον σημερινό τοκοχρεωλυτικό τρόπο είναι για τον δανειολήπτη μικρή και συγκεκριμένα της τάξης των 3.500 ευρώ. Σημειώνεται ότι την ανάγνωση αυτή έκαναν νομικοί κύκλοι των τραπεζών, υποστηρίζοντας ότι «η πρώτη δόση θα επιβαρύνεται με τόκους ενός μηνός, η 12η δόση με τόκους 12 μηνών, η 24η δόση με τόκους 24 μηνών κ.λπ.».
Σε κάθε περίπτωση, οι servicers που φέρουν το βάρος εφαρμογής της απόφασης του Αρείου Πάγου εμφανίζονται διστακτικοί να υιοθετήσουν την ανάγνωση αυτή, αφενός γιατί θεωρούν ότι δεν επιβεβαιώνεται από το πνεύμα της απόφασης και αφετέρου γιατί οδηγεί στην ουσία σε σημαντική αύξηση της μηνιαίας δόσης προοδευτικά – όσο ο δανειολήπτης πλησιάζει στη λήξη αποπληρωμής. Μια τέτοια προσέγγιση και πάλι καθιστά τα δάνεια αυτά αβέβαια είσπραξης στο μέλλον, καθώς αυξάνει υπέρμετρα τη δόση σε βάθος χρόνου και ουσιαστικά οδηγεί σε παρόμοια επιβάρυνση τόκων σε σχέση με την τοκοχρεωλυτική μεθοδολογία που, ούτως ή άλλως, εφάρμοζαν μέχρι σήμερα.
Ο Αρειος Πάγος
Η αίτηση των servicers αναμένεται να κατατεθεί το συντομότερο δυνατόν, αλλά θα πρέπει να σημειωθεί ότι κάτι τέτοιο δεν προεξοφλεί την «έγκαιρη» διευκρίνιση του Αρείου Πάγου, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο η εκκρεμότητα να συντηρείται επί μακρόν. Για τον λόγο αυτό προσανατολίζονται στο προσωρινό «πάγωμα» όλων των τόκων, προσδοκώντας ότι στο μεσοδιάστημα, είτε το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας θα λύσει νομοθετικά, ερμηνεύοντας με σαφήνεια την απόφαση, είτε ο Αρειος Πάγος θα ερμηνεύσει τον εαυτό του με αδιαμφισβήτητο, όπως υποστηρίζουν, τρόπο.
80.000 οφειλέτες χρωστούν 4 δισ.
Η νομοθέτηση από την πλευρά του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, όπως άφησε να διαφανεί ο υπουργός Κυριάκος Πιερρακάκης, θα στοχεύει αφενός στην τήρηση της νομιμότητας, όπως αυτή αποδόθηκε από τον Αρειο Πάγο και αφετέρου στην προστασία των εγγυήσεων που το ίδιο έχει παράσχει στο πλαίσιο του μηχανισμού τιτλοποιήσεων του «Ηρακλή». Αυτό, γιατί τα δάνεια του νόμου Κατσέλη έχουν τιτλοποιηθεί σχεδόν στο σύνολό τους και το Δημόσιο έχει παράσχει για αυτά την εγγύηση ότι θα αναλάβει την πληρωμή των τραπεζών που έχουν τους senior τίτλους σε περίπτωση που οι ανακτήσεις από τα δάνεια δεν είναι οι αναμενόμενες.
Το ζήτημα των εγγυήσεων
Σε περίπτωση που οι εγγυήσεις αυτές καταπέσουν θα επιβαρυνθεί το δημόσιο χρέος, ενδεχόμενο που δεν είναι ορατό στο άμεσο μέλλον, αλλά δεν μπορεί να αποκλειστεί μακροπρόθεσμα. Με βάση στοιχεία από τους servicers, στον νόμο Κατσέλη βρίσκονται σήμερα δάνεια ύψους 7-8 δισ. ευρώ που οφείλονται από 80.000 οφειλέτες. Το μέγεθος αυτό αφορά την αρχική οφειλή και όχι αυτήν που έχει προκύψει μετά το «κούρεμα» που επιδίκασε το δικαστήριο, δηλαδή τη σημερινή απαίτηση. Το ποσό αυτό δεν ξεπερνάει τα 4 δισ. ευρώ και με βάση τους υπολογισμούς η τυχόν κατάπτωση των εγγυήσεων που συνδέονται με αυτά τα δάνεια υπολογίζεται στα 600 εκατ. ευρώ.
Σε περίπτωση που οι εγγυήσεις του «Ηρακλή» καταπέσουν, το δημόσιο χρέος θα επιβαρυνθεί.
Τα στοιχεία πάντως αυτά ανατρέπουν την εικόνα για το ύψος των ρυθμισμένων οφειλών που έχουν μπει στον νόμο Κατσέλη, με την έννοια ότι τα ποσά των 12-17 δισ. ευρώ που έχουν αναφερθεί στο παρελθόν αφορούν το σύνολο των αιτημάτων που έχει υποβληθεί και όχι τα ποσά που έχουν ρυθμιστεί ή καταλογιστεί στον οφειλέτη. Οπως εξηγούν αρμόδιες τραπεζικές πηγές, από τα 17 δισ. ευρώ για τα οποία είχε γίνει αίτημα για ρύθμιση, το 45% αυτών απορρίφθηκε, καθώς κρίθηκε ότι οι οφειλέτες αυτοί δεν μπορούσαν να ενταχθούν στις διατάξεις του νόμου Κατσέλη, είτε γιατί δεν είχαν πτωχευτική ικανότητα λόγω της ιδιότητάς τους είτε γιατί δεν πληρούσαν συγκεκριμένα εισοδηματικά κριτήρια.
Από τα υπόλοιπα των 8 δισ. ευρώ οφειλών που έφτασαν τελικά στο δικαστήριο, υπολογίζεται ότι έγινε «κούρεμα» της τάξης του 40%-50%, περιορίζοντας τελικά το συνολικό ύψος των χρεών που οφείλεται σήμερα κοντά στα 4 δισ. ευρώ. Εφόσον η κυβέρνηση θεσμοθετήσει υπέρ των συγκεκριμένων δανειοληπτών, δηλαδή αυτών που έχουν μπει στον νόμο Κατσέλη, κλείνοντας τα «παράθυρα» για παρόμοιες προσφυγές από άλλες κατηγορίες, το κόστος από τυχόν κατάπτωση των εγγυήσεων υπολογίζεται στα 600 εκατ. ευρώ, ποσό χαμηλότερο από την αρχική εκτίμηση του 1 δισ. ευρώ που είχαν υπολογίσει οι servicers.
Οι δανειολήπτες του ν. Κατσέλη έχουν επωφεληθεί από το υψηλό «κούρεμα» της οφειλής τους και από το γεγονός ότι ο υπολογισμός του έγινε με βάση την αξία της πρώτης τους κατοικίας εν μέσω κρίσης, όταν οι τιμές είχαν υποχωρήσει 40%.
Πρόκειται ωστόσο για το πιο απομακρυσμένο σενάριο, που βασίζεται στην παραδοχή ότι θα καταπέσουν όλες οι εγγυήσεις των εν λόγω δανείων, κάτι που δεν θεωρείται πιθανό.
Αποπληρώνονται κανονικά
Να σημειωθεί ότι οι δανειολήπτες του νόμου Κατσέλη έχουν επωφεληθεί τόσο από το υψηλό «κούρεμα» της οφειλής τους όσο και από το γεγονός ότι ο υπολογισμός του έγινε με βάση την αξία της πρώτης τους κατοικίας εν μέσω κρίσης, όταν οι τιμές είχαν υποχωρήσει 40%. Για τον λόγο αυτό η ρύθμιση που πέτυχαν θεωρείται διπλά ευνοϊκή και αυτός είναι ο βασικός λόγος που τα δάνεια αυτά αποπληρώνονται στην πλειονότητά τους κανονικά και εμφανίζουν μικρό ποσοστό αθέτησης.

