Από την υπερβολή στην «πράσινη» σιωπή

Το greenwashing δίνει τη θέση του στο greenhushing και η αγορά αναζητά νέα ισορροπία σε θέματα πρωτοβουλιών και δράσεων για το περιβάλλον

3' 39" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Με την τανάλια του ευρωπαϊκού και εθνικού κανονιστικού πλαισίου να σφίγγει, η αγορά κινδυνεύει να έρθει αντιμέτωπη με μια απροσδόκητη «παρενέργεια»: Η υπερβολική και παραπλανητική προβολή «πράσινων ισχυρισμών» (το λεγόμενο greenwashing) έχει προκαλέσει την αντίδραση των ρυθμιστικών Αρχών. Μονάχα που αυτή η αντίδραση «σπρώχνει» με τη σειρά της προς το greenhushing, αυτό δηλαδή που έχει αρχίσει να ονομάζεται στην αγορά «πράσινη σιωπή». Όλη αυτή η κατάσταση που έχει δημιουργηθεί αποτυπώνεται στην επιλογή πολλών επιχειρήσεων να μη «διαφημίζουν» καθόλου τις πραγματικές και επιτυχημένες περιβαλλοντικές ή κοινωνικές τους δράσεις. Ο λόγος; Φοβούνται ότι η δημόσια έκθεση θα τις καταστήσει στόχο αυστηρών ελέγχων, καταγγελιών από καταναλωτικές οργανώσεις ή και νομικών εμπλοκών λόγω κάποιας τεχνικής παράλειψης. Με λίγα λόγια, προσπαθούν να υλοποιήσουν τις δράσεις τους κάτω από τα ραντάρ της δημοσιότητας. Γιατί όμως;

Στα δίχτυα της πράσινης γραφειοκρατίας

Το greenhushing αποτελεί μια σοβαρή οπισθοχώρηση για την πράσινη μετάβαση, καθώς στερεί από τους καταναλωτές τη δυνατότητα να επιλέξουν τεκμηριωμένα τις βιώσιμες εναλλακτικές, αφαιρώντας παράλληλα από το επιχειρηματικό οικοσύστημα υγιή παραδείγματα προς μίμηση. Η ρητορική της υπερβολής αντικαθίσταται, λοιπόν, από τη ρητορική της απόλυτης ασφάλειας, η οποία υπαγορεύει τη «σιωπή», εάν ένας ισχυρισμός δεν μπορεί να αποδειχθεί με απόλυτη ακρίβεια. Αυτή η φοβική συμπεριφορά τρέφεται άμεσα από την πολυπλοκότητα και την αοριστία των νόμων. Και επειδή ο κίνδυνος του greenhushing παύει να είναι θεωρητικός και αρχίζει να γίνεται πραγματικός, μπαίνουν στο προσκήνιο σοβαρά ζητήματα, όπως αυτό της μείωσης της λεγόμενης «πράσινης γραφειοκρατίας».

Πολλές επιχειρήσεις προτιμούν να μη «διαφημίζουν» καθόλου τις πραγματικές και επιτυχημένες περιβαλλοντικές ή κοινωνικές τους δράσεις. Ο λόγος; Φοβούνται ότι η δημόσια έκθεση θα τις καταστήσει στόχο αυστηρών ελέγχων.

Οι ελληνικές επιχειρήσεις τοποθετούν με ποσοστό 16% το πολύπλοκο και μεταβαλλόμενο κανονιστικό πλαίσιο στη δεύτερη θέση των κυριότερων εμποδίων για την υιοθέτηση πρακτικών ESG, αμέσως μετά το κόστος υλοποίησης των δράσεων. Η ακόλουθη κατάταξη πηγάζει από την έρευνα που διενήργησε η ICAP CRIF σε δείγμα 341 μεγάλων ελληνικών επιχειρήσεων. Τα ποσοστά αποτυπώνουν τον βαθμό σπουδαιότητας που δίνουν οι ίδιες επιχειρήσεις στα διάφορα εμπόδια:

Δαπάνη/Κόστος υλοποίησης δράσεων: 19%

Πολύπλοκο και μεταβαλλόμενο κανονιστικό πλαίσιο: 16%

Έλλειψη κινήτρων (κρατικών/φορολογικών): 15%

Περιορισμένη κατανόηση της έννοιας του ESG: 13%

Δυσκολία μέτρησης των δεικτών βιωσιμότητας: 12%

Έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού στην αγορά: 10%

Αντίσταση στην αλλαγή εντός του οργανισμού: 8%

Έλλειψη δέσμευσης από την ανώτατη διοίκηση: 7%

Από την υπερβολή στην «πράσινη» σιωπή-1

Αυτή η κανονιστική σύγχυση αποδεικνύεται περίτρανα από το επίπεδο εξοικείωσης των ελληνικών επιχειρήσεων με κρίσιμες ευρωπαϊκές ρυθμίσεις, όπως η δέσμη μέτρων Omnibus I, η οποία σχεδιάστηκε από τις Βρυξέλλες ακριβώς για να λειτουργήσει ως «βαλβίδα αποσυμπίεσης», απλοποιώντας ορισμένες υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας.

Τι είναι το πλαίσιο Omnibus

Η εν λόγω ευρωπαϊκή δέσμη μέτρων εισάγει θεμελιώδεις τροποποιήσεις με σκοπό την απλοποίηση της διαδικασίας. Αρχικά, περιορίζει δραστικά το πεδίο εφαρμογής της CSRD (Corporate Sustainability Reporting Directive), η οποία πλέον αφορά αποκλειστικά μεγάλες επιχειρήσεις με περισσότερους από 1.000 εργαζομένους και είτε κύκλο εργασιών άνω των 50 εκατομμυρίων ευρώ είτε ισολογισμό άνω των 25 εκατομμυρίων ευρώ, εξαιρώντας τις εισηγμένες μικρομεσαίες επιχειρήσεις και μειώνοντας τον αριθμό των υπόχρεων εταιρειών κατά περίπου 80%. 

Επιπλέον, εισάγει ένα προστατευτικό όριο το οποίο περιορίζει τις πληροφορίες που μπορούν να ζητήσουν οι υπόχρεες εταιρείες ή οι τράπεζες από τις επιχειρήσεις της εφοδιαστικής τους αλυσίδας με λιγότερους από 1.000 εργαζομένους. 

Τέλος, η Επιτροπή προτείνει μια διετή αναβολή της έναρξης των υποχρεώσεων αναφοράς για τις εταιρείες που δεν έχουν ξεκινήσει ακόμη την εφαρμογή της CSRD, μεταθέτοντας τις εκθέσεις των ετών 2025 και 2026 για το 2027 και το 2028 αντίστοιχα.

Η έρευνα της ICAP CRIF αποκαλύπτει ότι αυτή η πληροφορία δεν έχει φτάσει ποτέ στην πλειονότητα των ελληνικών γραφείων, καθώς μόνο το 10% των στελεχών δηλώνει ότι γνωρίζει την Οδηγία Omnibus σε βάθος, το 30% τη γνωρίζει σε γενικές γραμμές, το 30% έχει ακούσει γι’ αυτήν χωρίς λεπτομέρειες, ενώ 3 στις 10 επιχειρήσεις δεν τη γνωρίζουν καθόλου, αγνοώντας τις διευκολύνσεις που τους παρέχει το ευρωπαϊκό πλαίσιο.

Λόγω αυτής της ελλιπούς ενημέρωσης, η αξιολόγηση του βαθμού επίδρασης της Οδηγίας Omnibus διχάζει οριζόντια την ελληνική αγορά. Το 29% των επιχειρήσεων βλέπει τη ρύθμιση ως μια σημαντική ευκαιρία προσαρμογής, ενώ αντίθετα το 28% εκφράζει έντονη ανησυχία, θεωρώντας ότι η νομοθετική χαλάρωση λειτουργεί ως άλλοθι για αναβολές, δημιουργώντας επικίνδυνο εφησυχασμό εντός των οργανισμών. Το υπόλοιπο 43% παρακολουθεί τις εξελίξεις χωρίς καθαρή στρατηγική, με τη λεπτή γραμμή μεταξύ της σωστής επικοινωνίας και της πράσινης σιωπής να παραμένει το μεγαλύτερο εσωτερικό δίλημμα. Όλα δείχνουν ότι το ερώτημα για το ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος δεν πρόκειται να απαντηθεί μέχρι το τέλος της δεκαετίας…

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT