Η συζήτηση για το ESG δεν περιορίζεται πλέον στην εταιρική ηθική, αλλά έχει μετατραπεί σε δείκτη οικονομικής επιβίωσης και ανταγωνιστικότητας. Στο σύγχρονο χρηματοπιστωτικό περιβάλλον, το προφίλ βιωσιμότητας μιας επιχείρησης επηρεάζει άμεσα την πιστοληπτική της αξιολόγηση και καθορίζει το τελικό κόστος δανεισμού της, με τις συστημικές τράπεζες να ενσωματώνουν πλέον τα κριτήρια ESG στον πυρήνα των εγκριτικών τους διαδικασιών, πιεζόμενες από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τους κανόνες της ευρωπαϊκής Ταξινομίας (EU Taxonomy). Με απλά λόγια, το ποια επιχείρηση θα δανειοδοτηθεί για να χρηματοδοτήσει επενδύσεις και μέσω αυτών να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά της εξαρτάται και από το ESG προφίλ της.
Αυτή η σύνδεση αρχίζει να γίνεται ολοένα και περισσότερο αντιληπτή και στην ελληνική αγορά. Στην έρευνα της ICAP CRIF, η παράμετρος «Καλύτερες προοπτικές χρηματοδότησης» συγκεντρώνει το ισχυρό 59%, ενώ παράλληλα το 43% των επιχειρήσεων προσδοκά την άμεση «προσέλκυση επενδυτών» από τις ενέργειες που προγραμματίζει στο πεδίο του ESG. Η αγορά γνωρίζει ότι οι εταιρείες με υψηλές επιδόσεις βιωσιμότητας εξασφαλίζουν ευκολότερη πρόσβαση σε κεφάλαια, ενώ όσες αδιαφορούν κινδυνεύουν με σταδιακό στραγγαλισμό της ρευστότητάς τους.
Η εικόνα στην Ελλάδα
Παρά τη σαφή σύνδεση μεταξύ ESG και άντλησης κεφαλαίων, ο τρόπος με τον οποίο οι ελληνικές επιχειρήσεις διαχειρίζονται αυτούς τους κινδύνους παρουσιάζει αδυναμία, καθώς μόνο το 49% των εταιρειών έχει καταφέρει να ενσωματώσει τους κλιματικούς και άλλους ESG κινδύνους στις συνολικές διαδικασίες διαχείρισης κινδύνου (Risk Management) της επιχείρησής τους. Το γεγονός ότι πάνω από τις μισές ελληνικές επιχειρήσεις (51%) αφήνουν τους κλιματικούς κινδύνους εκτός του επίσημου Risk Management αποτελεί πρόβλημα, καθώς απειλές όπως οι φυσικές καταστροφές ή η επιβολή προστίμων για greenwashing δεν αποτελούν πλέον υποθετικά σενάρια. Η ρίζα αυτής της αδυναμίας εντοπίζεται στην παντελή έλλειψη τεχνολογικών υποδομών και εξειδικευμένων ψηφιακών εργαλείων συλλογής δεδομένων. Το 55% των ελληνικών εταιρειών δεν χρησιμοποιεί κανένα εξειδικευμένο λογισμικό για την παρακολούθηση των δεικτών απόδοσης ESG, το 33% δηλώνει ότι σκέφτεται να αποκτήσει στο μέλλον, ενώ μόλις ένα ισχνό 12% διαθέτει σήμερα σύγχρονα ψηφιακά εργαλεία.

Η ευθύνη για τη διαχείριση των δράσεων ESG στην Ελλάδα παραμένει συγκεντρωμένη στην ανώτατη διοίκηση της εταιρείας σε ποσοστό 33%. Παρότι αυτό δείχνει ότι το θέμα βρίσκεται ψηλά στην ατζέντα, στην καθημερινή πράξη μεταφράζεται σε έλλειψη εξειδίκευσης, καθώς οι CEO στερούνται του χρόνου και των τεχνικών γνώσεων που απαιτούνται. Μόλις μία στις δέκα εταιρείες (9%) διαθέτει αυτόνομη και ξεχωριστή διεύθυνση βιώσιμης ανάπτυξης.
Όταν η αγορά κινείται χωρίς αυτόνομα τμήματα, χωρίς εξειδικευμένο λογισμικό και με το 36% των εταιρειών να μην προχωρά σε καμία συστηματική αξιολόγηση, η βιώσιμη ανάπτυξη γίνεται πιο δύσκολη. Όπως καταγράφει η έρευνα της ICAP CRIF, η απόσταση από το επιθυμητό επίπεδο παραμένει μεγάλη. Για να μετατραπεί το ESG σε πραγματική στρατηγική αξία και να διασφαλιστεί η χρηματοδότηση της ελληνικής επιχειρηματικότητας, απαιτείται άμεση επιτάχυνση των επενδύσεων σε ψηφιακά εργαλεία, εκπαίδευση των στελεχών και παροχή στοχευμένων κρατικών και φορολογικών κινήτρων.

