Ολα όσα έγιναν αυτή την εβδομάδα, η έξοδος και από την τελευταία λίστα των «σεσημασμένων για οικονομικά παραπτώματα» χωρών στην Ευρώπη και ο δημοσιονομικός χώρος που δίνεται μέσω της ρήτρας διαφυγής και στην ενέργεια μετά την άμυνα, δημιουργούν ένα νέο περιβάλλον με περισσότερα «πυρομαχικά» για την ελληνική οικονομία. Πρώτα από όλα, η πιο οικονομικά «ανισόρροπη» χώρα της Ευρώπης για τουλάχιστον δύο δεκαετίες, πλέον καταχωρίζεται ως «ισορροπημένη». Εξακολουθούμε να έχουμε τα διαχρονικά προβλήματά μας, το υψηλό δημόσιο χρέος, το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, την υστέρηση στους δείκτες της παραγωγικότητας, το επενδυτικό κενό, ωστόσο δεν ανησυχούμε πλέον κανέναν.
Αυτό που συμβαίνει είναι κάτι αντικειμενικό και μπορεί να οφείλεται στην κεκτημένη ταχύτητα, ενδεχομένως στο «ελατήριο» που επιτέλους λειτούργησε, πιθανότατα στο γιατί η Ευρώπη πάει πιο άσχημα από εμάς, κάποιοι μπορεί να πιστεύουν ότι η κυβέρνηση σκίζει ή η αντιπολίτευση βάζει πλάτη ή είμαστε απλώς τυχεροί, μικρή σημασία έχει. Με τη χώρα να βρίσκεται επί της ουσίας σε προεκλογική περίοδο και όχι μόνο να μη βιώνουμε μια καταστροφή, αλλά η οικονομία να λειτουργεί, είναι κάτι όχι συνηθισμένο. Ειδικά όταν το ευρύτερο παγκόσμιο οικονομικό σκηνικό δείχνει γκρίζο και συννεφιασμένο, προαναγγέλλοντας ότι είναι πιο κοντά μια θύελλα παρά να βγει ένας λαμπρός ήλιος.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι την ώρα που εμείς μπορούμε να «κατηγορηθούμε» μόνο για υπερβολικά πλεονάσματα, δέκα ευρωπαϊκές χώρες βρίσκονται σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος. Αλλες πέντε χαρακτηρίζονται από σημαντικές διαρθρωτικές ανισορροπίες. Ολοι αυτοί έχουν δουλειά μπροστά τους. Η Ελλάδα έχει και αυτή πολλή δουλειά μπροστά της, αλλά μπορεί τουλάχιστον να την κάνει απολαμβάνοντας την κανονικότητά της.
Θα πει κάποιος, όλα αυτά δεν «τρώγονται». Τα προσωπικά εισοδήματα των Ελλήνων ελάχιστα βελτιώθηκαν σε όρους αγοραστικής αξίας μετά τα μνημόνια και σίγουρα παραμένουν σε απόσταση από την υπόλοιπη Ευρώπη. Αν δούμε, ωστόσο, πιο προσεκτικά τη σημασία όσων συνέβησαν την περασμένη εβδομάδα, η έξοδος από την επιτήρηση μας δίνει τη δυνατότητα για έναν διόλου ευκαταφρόνητο επιπλέον δημοσιονομικό χώρο, μικρότερο κόστος δανεισμού, καλύτερο επενδυτικό περιβάλλον, προϋποθέσεις για καλύτερα εισοδήματα για όλους. Στο χέρι μας είναι να φροντίσουμε όλα αυτά να πιάσουν τόπο και να διαχυθούν παντού προς όφελος των περισσότερων των Ελλήνων.
Η πραγματική πρόκληση τώρα ξεκινάει. Η έξοδος από τις υπερβολικές ανισορροπίες δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση μακροχρόνιας ευημερίας. Η ιστορία των ευρωπαϊκών οικονομιών δείχνει ότι η βιώσιμη ανάπτυξη προκύπτει όταν οι θετικές συγκυρίες μετατρέπονται σε μόνιμες μεταρρυθμίσεις. Η αύξηση της παραγωγικότητας, η ενίσχυση της βιομηχανικής βάσης, η επιτάχυνση της καινοτομίας και η αναβάθμιση του ανθρώπινου κεφαλαίου παραμένουν ανοιχτά ζητούμενα.
Η Ελλάδα κέρδισε ένα σημαντικό στοίχημα αξιοπιστίας. Το επόμενο είναι να το μετατρέψει σε διατηρήσιμη αναπτυξιακή δυναμική. Βρισκόμαστε ακριβώς στο σημείο όπου η χώρα καλείται να αποδείξει ότι η πρόοδος των τελευταίων ετών μπορεί να αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά. Το πρόβλημα είναι ότι πρόκειται για το σημείο στο οποίο συνήθως τα τινάζουμε όλα στον αέρα.

