Η έλλειψη περιγραφής στο τιμολόγιο δεν συνεπάγεται μη εκπεσιμότητα της δαπάνης εάν υπάρχει σύμβαση και αποδεικνύεται η παροχή υπηρεσιών. Η φορολογική Αρχή απέρριψε την εκπεσιμότητα των δαπανών λόγω ανεπαρκούς αιτιολόγησης και αοριστίας των τιμολογίων ως προς την περιγραφή των υπηρεσιών, θεωρώντας ότι δεν τεκμηριώνεται επαρκώς η παροχή τους. Η εταιρεία υποστήριξε ότι τα τιμολόγια παραπέμπουν σε συγκεκριμένη σύμβαση που προσδιορίζει αναλυτικά το αντικείμενο της συναλλαγής και ότι δεν απαιτείται επανάληψη της περιγραφής στο τιμολόγιο. Το Διοικητικό Εφετείο έκανε δεκτή τη θέση της φορολογικής Αρχής και έκρινε τις δαπάνες μη εκπεστέες, χωρίς περαιτέρω έλεγχο της πραγματικής παροχής των υπηρεσιών. Αντιθέτως, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι η παραπομπή σε σαφή σύμβαση μπορεί να επαρκεί για την περιγραφή, εφόσον από αυτήν προκύπτει με σαφήνεια το αντικείμενο της παροχής. Επισήμανε ότι κρίσιμο είναι η ουσιαστική πραγματοποίηση των υπηρεσιών και όχι η τυπική πληρότητα του τιμολογίου (ΣτΕ 358/2026).
Δεν επιτρέπεται η φορολογική Αρχή να προβαίνει σε έλεγχο σκοπιμότητας των επιχειρηματικών αποφάσεων στα πλαίσια της αναγνώρισης δαπανών που σχετίζονται με πωλήσεις προϊόντων κάτω του κόστους. Η υπόθεση αφορούσε εταιρεία εμπορίας τροφίμων, η οποία πραγματοποίησε σημαντικό μέρος των πωλήσεών της σε τιμές χαμηλότερες από το κόστος παραγωγής ή αγοράς. Η φορολογική Αρχή θεώρησε ότι οι αντίστοιχες δαπάνες ήταν μη παραγωγικές, επειδή δεν απέφεραν κέρδος και αρνήθηκε την έκπτωσή τους από τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης, επιβάλλοντας πρόσθετους φόρους και προσαυξήσεις. Ωστόσο, το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε τη θέση αυτή, επισημαίνοντας ότι για να χαρακτηριστεί μια δαπάνη παραγωγική δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι οδήγησε άμεσα σε αύξηση εσόδων ή κερδών. Το δικαστήριο έκρινε ότι οι πωλήσεις κάτω του κόστους μπορεί να αποτελούν μέρος της εμπορικής στρατηγικής μιας επιχείρησης, για λόγους ανταγωνισμού, προώθησης προϊόντων ή διατήρησης πελατείας. Συνεπώς, η φορολογική Αρχή δεν μπορεί να ελέγχει τη σκοπιμότητα των επιχειρηματικών επιλογών, εφόσον δεν διαπιστώνεται παρανομία ή ανακρίβεια στα φορολογικά στοιχεία (ΣτΕ 1233/2024).
Διευκρινίσεις τέθηκαν με νέο νόμο επί του αντικειμενικού και υποκειμενικού πεδίου επιβολής τέλους υπέρ της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Με πρόσφατο νομοθέτημα παρασχέθηκαν διευκρινίσεις και θεσπίστηκαν αλλαγές στον τρόπο υπολογισμού του τέλους υπέρ της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Το εν λόγω τέλος επιβάλλεται στις ανώνυμες εταιρείες κατά τη σύσταση ή την αύξηση του μετοχικού τους κεφαλαίου και συνίσταται σε ποσοστό 0,1% επί του ποσού του αρχικού κεφαλαίου ή οποιασδήποτε μεταβολής αυτού. Η βασική μεταβολή αφορά τη σημαντική διεύρυνση της βάσης υπολογισμού και επιβολής, καθώς πλέον το τέλος δεν εφαρμόζεται μόνο στην ονομαστική αξία των μετοχών, αλλά και σε κάθε πρόσθετη αξία που προκύπτει από την έκδοσή τους, ήτοι την υπέρ το άρτιο αξία αυτών. Ετσι, καταργείται η προηγούμενη αμφισβήτηση σχετικά με το αν η υπέρ το άρτιο αξία υπόκειται ή όχι σε τέλος. Οι νέες διατάξεις διευκρινίζουν επίσης ότι σε εταιρικούς μετασχηματισμούς, όπως συγχωνεύσεις, διασπάσεις και μετατροπές, το τέλος οφείλεται και υπολογίζεται επί της συνολικής αποτιμημένης αξίας των περιουσιακών στοιχείων που εισφέρονται κάθε φορά, με αποτέλεσμα την επιβάρυνση και στο ποσό της προκύπτουσας υπεραξίας.
Η ιδιότητα του προέδρου του Δ.Σ. εταιρείας δεν συνεπάγεται αλληλέγγυα ευθύνη για τις οφειλές της σε ΦΠΑ. Ο φορολογικός έλεγχος καταλόγισε σε εταιρεία πρόστιμα ΦΠΑ λόγω λήψης εικονικών φορολογικών στοιχείων κατά τις διαχειριστικές περιόδους 2005 έως 2009. Ο πρόεδρος Δ.Σ. της εταιρείας κλήθηκε με ατομικές ειδοποιήσεις χρεών να καταβάλει ως αλληλεγγύως συνευθυνόμενος το καταλογισθέν ποσό. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο απέρριψε τους ισχυρισμούς του φορολογουμένου, οι οποίοι όμως έγιναν δεκτοί από το Διοικητικό Εφετείο το οποίο έκρινε ότι ο πρόεδρος του Δ.Σ. δεν φέρει, υπό την ιδιότητά του αυτή, προσωπική και αλληλέγγυα ευθύνη για τις φορολογικές οφειλές της εταιρείας, εκτός εάν έχει ορισθεί ως υποκατάστατο όργανο. Το ΣτΕ επικύρωσε την απόφαση του Εφετείου κρίνοντας ότι η ιδιότητα του προέδρου του Δ.Σ. δεν περιλαμβάνεται ρητώς σε αυτές που συνεπάγονται αλληλέγγυα ευθύνη και εφόσον δεν φέρει μία από τις περιοριστικά αναφερόμενες στον νόμο ιδιότητες, δεν συντρέχει αλληλέγγυα ευθύνη για οφειλές της εταιρείας από πρόστιμα ΦΠΑ, έστω κι αν του έχουν ανατεθεί ειδικά καθήκοντα εκπροσώπησης ενώπιον των φορολογικών αρχών (ΣτΕ 2482/2025).
Πηγή: Grant Thornton

