Με ένα βουνό ληξιπρόθεσμων οφειλών που αγγίζει τα 165 δισ. ευρώ, η κυβέρνηση επιχειρεί να ανοίξει ακόμη έναν κύκλο διευκολύνσεων για εκατομμύρια φορολογουμένους και επιχειρήσεις, επαναφέροντας στο προσκήνιο μια νέα ρύθμιση 72 δόσεων για χρέη προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία. Ωστόσο, τα πραγματικά δεδομένα πίσω από τους αριθμούς δείχνουν ότι οι προσδοκίες για μαζική ανταπόκριση και σημαντική αύξηση των δημοσίων εσόδων ενδέχεται να αποδειχθούν υπερβολικά αισιόδοξες.
Το συνολικό ιδιωτικό χρέος προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία ανέρχεται, όπως προαναφέρθηκε, στα 165 δισ. ευρώ. Από αυτά, τα 114,5 δισ. ευρώ αφορούν οφειλές προς την εφορία και τα υπόλοιπα 51 δισ. χρέη προς τα ασφαλιστικά ταμεία. Ωστόσο, πίσω από το εντυπωσιακό αυτό μέγεθος κρύβεται μια διαφορετική πραγματικότητα.
Από τα 114,5 δισ. ευρώ των φορολογικών οφειλών, ποσό 35,256 δισ. έχει ήδη χαρακτηριστεί ανεπίδεκτο είσπραξης. Ετσι, το πραγματικό ληξιπρόθεσμο χρέος περιορίζεται στα 79,25 δισ. ευρώ. Ακόμη όμως και αυτό το ποσό δεν θεωρείται στο σύνολό του εισπράξιμο. Σύμφωνα με τις αναλύσεις του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, το αποτελεσματικό χρέος που μπορεί ρεαλιστικά να εισπραχθεί ανέρχεται περίπου στα 27 δισ. ευρώ, καθώς το υπόλοιπο αφορά κυρίως παλαιές οφειλές άνω της δεκαετίας, προσαυξήσεις και πρόστιμα που στην πράξη θεωρούνται εξαιρετικά δύσκολο να ανακτηθούν.
Από τα στοιχεία της φορολογικής διοίκησης προκύπτει επίσης ότι από το πραγματικό ληξιπρόθεσμο χρέος των 79,25 δισ. ευρώ, μόλις το 6,65% ή περίπου 5,26 δισ. ευρώ βρίσκεται σήμερα σε κάποια ενεργή ρύθμιση. Παράλληλα, οι οφειλέτες σε εφορία και ασφαλιστικά ταμεία φτάνουν στα 5,5 εκατ.
Η νέα ρύθμιση των 72 δόσεων απευθύνεται δυνητικά σε 1,3 εκατ. φυσικά πρόσωπα και 284.000 επιχειρήσεις, οι οποίοι εμφανίζονται να χρωστούν συνολικά περίπου 95 δισ. ευρώ. Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσο από αυτό το ποσό είναι πραγματικά εισπράξιμο.
Η απάντηση βρίσκεται στην ίδια τη σύνθεση του χρέους. Εφόσον η πραγματική «δεξαμενή» εισπράξιμων φορολογικών οφειλών εκτιμάται στα 27 δισ. ευρώ, η επιτυχία της νέας ρύθμισης προϋποθέτει ότι θα ενταχθούν σε αυτήν οφειλέτες που επί χρόνια παραμένουν εκτός κάθε διακανονισμού, έχουν διακόψει τη δραστηριότητά τους, έχουν πτωχεύσει ή διαθέτουν χρέη που χρονίζουν για περισσότερο από μια δεκαετία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η «Ακρόπολις Χρηματιστηριακή», η οποία συγκαταλέγεται στους μεγάλους οφειλέτες του Δημοσίου με χρέη που φτάνουν στα 15 δισ. ευρώ. Η εμπειρία των προηγουμένων ετών δεν επιτρέπει ιδιαίτερη αισιοδοξία. Στη ρύθμιση των 120 δόσεων που θεσπίστηκε στα τέλη του 2019 είχαν ενταχθεί περισσότεροι από 615.000 οφειλέτες, με συνολικές οφειλές περίπου 5,8 δισ. ευρώ. Από αυτές τις ρυθμίσεις, μόλις 211.551 ολοκληρώθηκαν επιτυχώς, αποφέροντας στα δημόσια ταμεία έσοδα άνω του 1 δισ. ευρώ. Αλλες 84.358 παραμένουν ενεργές και αφορούν χρέη περίπου 1,2 δισ. ευρώ.
Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο, ωστόσο, είναι ότι περισσότερες από 315.000 ρυθμίσεις χάθηκαν στην πορεία, αφήνοντας πίσω ληξιπρόθεσμες οφειλές ύψους 3,5 δισ. ευρώ. Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, η πολιτεία επιχειρεί να ξαναδώσει μια δεύτερη ευκαιρία στους οφειλέτες. Ωστόσο, αρκετοί αναλυτές επισημαίνουν ότι οι ίδιες ομάδες πολιτών και επιχειρήσεων φαίνεται να μετακινούνται από τη μία ρύθμιση στην άλλη, ανακυκλώνοντας τις οφειλές τους, χωρίς να επιτυγχάνεται η οριστική εξυγίανση των χρεών.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα ίσως δεν είναι η απουσία νέων ρυθμίσεων, αλλά η αδυναμία ακριβούς χαρτογράφησης των οφειλετών. Παρά τα τεχνολογικά εργαλεία που διαθέτει πλέον η φορολογική διοίκηση, εξακολουθεί να απουσιάζει μια ολοκληρωμένη εικόνα για το ποιοι έχουν πραγματική δυνατότητα αποπληρωμής, ποιοι αντιμετωπίζουν μόνιμη οικονομική αδυναμία και ποιοι εκμεταλλεύονται διαχρονικά τα παράθυρα των διαδοχικών ρυθμίσεων.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η νέα ρύθμιση των 72 δόσεων μοιάζει περισσότερο με μια προσπάθεια διεύρυνσης της φοροεισπρακτικής βάσης παρά με μια παρέμβαση που μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά την εικόνα των ληξιπρόθεσμων χρεών.
Υπάρχουν βεβαίως και χιλιάδες περιπτώσεις φορολογουμένων, που πραγματικά αδυνατούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους και ενδεχομένως να μην μπορούν να υπαχθούν στη ρύθμιση των 72 δόσεων. Για αυτές τις περιπτώσεις θα έπρεπε να θεσμοθετηθεί νέα ρύθμιση, που να λαμβάνει υπόψη το εισόδημα, την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων αλλά και τις προσωπικές οικονομικές συνθήκες των οφειλετών. Το σχέδιο που είχε προταθεί στο οικονομικό επιτελείο προέβλεπε ρυθμίσεις κομμένες και ραμμένες στα μέτρα του κάθε οφειλέτη. Αντί για οριζόντια σχήματα, το χρέος να κατανέμεται σε δόσεις που λαμβάνουν υπόψη τις αντοχές του φορολογουμένου, δίνοντάς του τη δυνατότητα να ακολουθήσει ένα πλάνο αποπληρωμής που δεν θα τον οδηγήσει εκ νέου σε αδιέξοδο.

