Η κυβέρνηση συνασπισμού στη Γερμανία θέλει να ανατρέψει την κεντρική διάταξη του νόμου για τη θέρμανση που εισήγαγε η προηγούμενη κυβέρνηση. Αυτός ο νόμος όριζε ότι επιτρέπεται η εγκατάσταση μόνο συστημάτων θέρμανσης που χρησιμοποιούν τουλάχιστον 65% ανανεώσιμη ενέργεια.
Αντ’ αυτού, θα πρέπει πλέον να επιτρέπεται η εγκατάσταση συστημάτων θέρμανσης με πετρέλαιο και φυσικό αέριο με σημαντικά χαμηλότερες προσμίξεις φιλικών προς το κλίμα αερίων σε υφιστάμενα κτήρια για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Το υπουργικό συμβούλιο ενέκρινε αυτήν την πρόταση, μετά από σχέδιο νόμου της υπουργού Κατασκευών και Στέγασης Βερένα Χούμπερτς (SPD) και της υπουργού Οικονομίας και Ενέργειας Κατερίνα Ράιχε (CDU).
«Μη πρακτικό νομοσχέδιο»
Ο νέος νόμος έχει συναντήσει όχι μόνο αποδοχή, αλλά και έντονη κριτική. Μεταξύ των ένθερμων πολέμιων είναι το Εθνικό Συμβούλιο Ρυθμιστικού Ελέγχου (NKR), ένα ανεξάρτητο συμβουλευτικό όργανο της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης.
Σύμφωνα με την εφημερίδα Bild, ο επικεφαλής του NKR, Λουτς Γκέμπελ, χαρακτήρισε το νομοσχέδιο ως μία από τις «πιο αδύναμες και μη πρακτικές προτάσεις που έχουν υποβληθεί στο Εθνικό Συμβούλιο Ελέγχου Ρυθμίσεων τα τελευταία χρόνια».
Αντίθετα, ο Κάρστεν Ρόλε, υπεύθυνος για την ενέργεια, την κινητικότητα και το περιβάλλον στην Ομοσπονδία Γερμανικών Βιομηχανιών (BDI), υπερασπίζεται την πρόταση.
Ο Γιούλιους Νόι της Γερμανικής Ομοσπονδίας για το Περιβάλλον και τη Διατήρηση της Φύσης (BUND) δήλωσε στην DW ότι ο προτεινόμενος νόμος αποτελεί «κήρυξη πτώχευσης όσον αφορά την κλιματική πολιτική». «Με την κατάργηση του κανόνα του 65%, το πιο αποτελεσματικό μέσο για την ενεργειακή μετάβαση στον τομέα της θέρμανσης εξαλείφεται». Αυτό, υποστηρίζει, «παρατείνει τεχνητά τη χρήση τεχνολογιών ορυκτών καυσίμων και εγκλωβίζει τους ανθρώπους στην παγίδα του κόστους του φυσικού αερίου».
Οι κατασκευαστές αντλιών θερμότητας συμμερίζονται αυτήν την κριτική. Η γερμανική κυβέρνηση μειώνει δραστικά τις «απαιτήσεις για νέα συστήματα θέρμανσης από 65% σε ένα αρχικό 10% μερίδιο ανανεώσιμων πηγών ενέργειας», δήλωσε στην DW η Κάτια Βάινχολντ, εκπρόσωπος της Γερμανικής Eνωσης Αντλιών Θερμότητας. «Λαμβάνοντας υπόψη την κρίση στη Μέση Ανατολή και τον αντίκτυπό της στις τιμές ενέργειας και την ασφάλεια εφοδιασμού στη Γερμανία, καθώς και τους κλιματικούς στόχους, αυτό στέλνει ένα εντελώς λανθασμένο μήνυμα». Με τις αντλίες θερμότητας, «διατίθεται μια ενεργειακά αποδοτική και υψηλής ποιότητας τεχνολογία που θα καταστήσει τη θέρμανση καθαρή, οικονομικά αποδοτική και ανεξάρτητη μακροπρόθεσμα».
Η εκπρόσωπος δήλωσε ότι οι καταναλωτές χρειάζονται σαφείς και κατανοητές πληροφορίες σχετικά με τους μακροπρόθεσμους κινδύνους που σχετίζονται με τη διαθεσιμότητα καυσίμων και το αυξανόμενο κόστος ενέργειας. Ταυτόχρονα, τα σταθερά προγράμματα επιδοτήσεων είναι απαραίτητα για την ενθάρρυνση των επενδύσεων σε σύγχρονες και ανθεκτικές για το μέλλον τεχνολογίες θέρμανσης, επεσήμανε.
Περισσότερες αντλίες θερμότητας εξαιτίας του πολέμου;
Ο Φρέντερικ Λίπερτ εκτιμά ότι «ο μετασχηματισμός της αγοράς θέρμανσης θα συνεχιστεί ακόμα και με τον νέο νόμο». Σε αυτό συνηγορούν και οι παγκόσμιες γεωπολιτικές εξελίξεις: «Ο πόλεμος στο Ιράν και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ αναδεικνύουν για άλλη μια φορά την εξάρτηση της Γερμανίας και της Ευρώπης από τα ορυκτά καύσιμα. Υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι αυτό θα αυξήσει περαιτέρω τη ζήτηση για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και, επομένως, και για αντλίες θερμότητας».
Ο Γιούλιους Νόι από την BUND συμφωνεί: «Ευελπιστούμε ότι η τρέχουσα ενεργειακή κρίση εξαιτίας του πολέμου στη Μέση Ανατολή θα ενθαρρύνει πολλούς ανθρώπους να στραφούν σε αντλίες θερμότητας, παρά το ανεύθυνο νομοσχέδιο».
Πηγή Deutsche Welle

