Εχουμε εισέλθει πλέον στον τέταρτο μήνα του πολέμου στη Μέση Ανατολή και παρά τη συμφωνημένη κατάπαυση του πυρός μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, οι εχθροπραξίες συνεχίζονται σε καθημερινή βάση, δημιουργώντας σοβαρά ερωτήματα για το κατά πόσον οι δύο πλευρές επιθυμούν πράγματι τον τερματισμό του. Αμεσο αποτέλεσμα της απροκάλυπτης επίθεσης των ΗΠΑ – Ισραήλ κατά του Ιράν ήταν η διεύρυνση του πολεμικού μετώπου με την εμπλοκή όλων των πετρελαιοπαραγωγών χωρών του Περσικού Κόλπου, εκτεταμένες καταστροφές σε ενεργειακές παραγωγικές εγκαταστάσεις και η διακοπή της κανονικής ροής του πετρελαίου και του φυσικού αερίου.
Στην αρχή, λόγω εχθροπραξιών και εκτίναξης των ασφαλίστρων στα εμπορικά πλοία και αργότερα λόγω αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ από τους Φρουρούς της Επανάστασης, σταμάτησε πλήρως η ελεύθερη διέλευση τάνκερ που μετέφεραν πετρέλαιο και LNG. Ετσι οδηγηθήκαμε σε μια πρωτοφανή ενεργειακή κρίση, τη μεγαλύτερη που έχει συμβεί από το περίφημο πετρελαϊκό embargo του OPEC το 1973. Κύριο χαρακτηριστικό της τωρινής κρίσης είναι η παρατεταμένη διακοπή της τροφοδοσίας λόγω καταστροφής παραγωγικών υποδομών με παράλληλο έλεγχο της ναυσιπλοΐας μέσω των Στενών. Συνεπακόλουθο η ραγδαία αύξηση των διεθνών τιμών του αργού πετρελαίου και κατ’ επέκταση των τιμών στην αντλία.
Από τις αρχές του έτους και μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου, οπότε και σημειώθηκε η επίθεση κατά του Ιράν, η μέση τιμή του Brent, της διεθνούς ποικιλίας αναφοράς, ήταν στα 70 δολ. το βαρέλι. Ακολούθως το πετρέλαιο ανατιμήθηκε σημαντικά φθάνοντας προς στιγμήν ακόμη και στα 125 δολ. το βαρέλι. Για το μεγαλύτερο διάστημα των τελευταίων τριών μηνών το βαρέλι Brent διαπραγματευόταν σταθερά πάνω από τα 100 δολ., ενώ τις τελευταίες ημέρες οι τιμές έχουν υποχωρήσει στο επίπεδο των 95-97 δολ. το βαρέλι, με τις αγορές να προεξοφλούν σταδιακή ομαλοποίηση της κατάστασης και άρση του απαγορευτικού στα Στενά. Ουδείς πραγματικά γνωρίζει πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση και εάν μία ακόμη πλέον σκληρή πολεμική αντιπαράθεση δεν μας περιμένει στη γωνία. Με την αβεβαιότητα να έχει γίνει το κοινό νόμισμα της ημέρας, οι τιμές του αργού κρατούνται σε υψηλά επίπεδα δημιουργώντας έντονες πληθωριστικές πιέσεις και οδηγώντας την οικονομία σε επιβράδυνση και ενδεχομένως και σε ύφεση.
Εάν συγκρίνουμε, όμως, την τρέχουσα συγκυρία στην ενέργεια με την κατάσταση που επικρατούσε στις δεκαετίες του 1970 και 1980, όταν είχαμε έντονα φαινόμενα στασιμοπληθωρισμού λόγω των υψηλών τιμών πετρελαίου, σήμερα αυτές δεν προκαλούν τόσο έντονη ανησυχία ή δέος, για τρεις βασικούς λόγους:
(α) Οι πλούσιες βιομηχανοποιημένες χώρες καταναλώνουν σήμερα λιγότερο από το 50% του πετρελαίου που χρησιμοποιούσαν το 1970 για κάθε αποπληθωρισμένο δολάριο ΑΕΠ. Και παρά το γεγονός ότι την τρέχουσα περίοδο το βαρέλι κινείται στα 90-110 δολάρια, οι επιπτώσεις στην οικονομία από τις υψηλές αυτές τιμές δεν είναι τόσο ισχυρές λόγω της σαφώς μειωμένης συμβολής του πετρελαίου στο οικονομικό γίγνεσθαι. Παλαιότερα, εάν είχαμε τιμές πετρελαίου πάνω από τα 100 δολ. για μερικές εβδομάδες, η οικονομία θα είχε εισέλθει σε βαθιά ύφεση.
(β) Οι αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομία από το ακριβό πετρέλαιο είναι σήμερα λιγότερο οδυνηρές απ’ ό,τι ήταν παλαιότερα, καθότι οι τοπικές (κρατικές) οικονομίες, αλλά και παγκοσμίως, είναι πλέον ευέλικτες και περισσότερο διαφοροποιημένες.
(γ) Η ακαμψία των οικονομιών και κυρίως της οικονομικής πολιτικής την περίοδο 1970-1990, οπότε τα πανίσχυρα συνδικάτα απαιτούσαν αυτόματη αναπροσαρμογή μισθών, έχει παρέλθει οριστικά. Η σημερινή ευέλικτη αγορά εργασίας επιτρέπει τις υψηλές τιμές του πετρελαίου να απορροφώνται πιο ανώδυνα. Το ακριβό πετρέλαιο μπορεί να έχει ωθήσει τις τιμές καταναλωτικών ειδών προς τα άνω, όμως οι φόβοι για μελλοντικές αυξήσεις εμφανίζονται σημαντικά πιο συγκρατημένοι.
Οι τιμές του αργού κρατούνται σε υψηλά επίπεδα, δημιουργώντας έντονες πληθωριστικές πιέσεις και οδηγώντας την οικονομία σε επιβράδυνση.
Παράλληλα, οι εταιρείες στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες και στη Β. Αμερική προβληματίζονται σοβαρά εάν θα πρέπει να προχωρήσουν σε αυξήσεις τιμών των προϊόντων και υπηρεσιών τους, με κίνδυνο να χάσουν πελάτες και μερίδιο στην αγορά. Ακόμη, τα διυλιστήρια και άλλες βιομηχανίες δεν σπεύδουν άμεσα να αναπροσαρμόσουν τις τιμές τους προς άνω, προτιμώντας να εξαντλήσουν τα περιθώριά τους αξιοποιώντας όσο περισσότερο μπορούν τα αποθέματά τους.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες να μην κινούνται τόσο επιθετικά όσο στο παρελθόν προκειμένου να ελέγξουν τον πληθωρισμό, προσφεύγοντας σε άλλες, έμμεσες, αλλά εξίσου αποτελεσματικές τακτικές. Οπως, λ.χ., στην επιδότηση του πετρελαίου κίνησης ή στη μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης. Σε κάθε περίπτωση, τα εργαλεία και οι τεχνικές που διαθέτουν σήμερα οι κυβερνήσεις σε σχέση με το παρελθόν τούς επιτρέπουν να ελέγχουν πιο αποτελεσματικά την κατάσταση. Με την όλη προσπάθεια να αποβλέπει στην επίτευξη μιας λεπτής ισορροπίας μεταξύ επίτευξης υποφερτών τιμών για τον καταναλωτή και συγκράτηση της ζήτησης.
Αν και οι υψηλές τιμές του αργού δεν μας επηρεάζουν σήμερα τόσο όσο στο παρελθόν, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουν πια σημασία. Απλούστατα, οι επιπτώσεις σήμερα έχουν μετατεθεί σε άλλο επίπεδο αφού οι υψηλές τιμές επηρεάζουν με ιδιαίτερα αρνητικό τρόπο τα δημοσιονομικά των πετρελαιοεισαγωγικών χωρών, όπως η Ελλάδα, η οποία εξαρτάται για το 100% των πετρελαϊκών αναγκών της από εισαγωγές, κάτι που ενισχύει τον πληθωρισμό και αυξάνει το εξωτερικό χρέος.
Παρά τις όποιες προσπάθειες απεξάρτησης από το πετρέλαιο που καταβάλλονται συστηματικά από το 1973 και μετά, αρχικά για λόγους ενεργειακής ασφάλειας και πλέον πρόσφατα για την προστασία από την κλιματική αλλαγή, το γεγονός είναι ότι καύσιμο αυτό παραμένει κυρίαρχο. Οντας υπεύθυνο για το 34% της παγκόσμιας ενεργειακής προμήθειας, με τα ορυκτά καύσιμα (πετρέλαιο, φυσ. αέριο, άνθρακας) συνολικά να καλύπτουν το 84%. Με το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης στην ενεργειακή ζήτηση του πλανήτη (230 EJ το 1973, 630 EJ το 2024) να ικανοποιείται από πετρέλαιο και φυσικό αέριο.
Ενδεικτικά είναι, εξάλλου, τα νούμερα της παγκόσμιας πετρελαϊκής κατανάλωσης αφού από τα 55,5 εκατ. βαρ./ημέρα το 1972, αυτή έφθασε στα 106 εκατ. βαρ./ημέρα το 2025, με σταθερά ανοδική τάση. Μια τεράστια βιομηχανία και ακόμη μεγαλύτερη εφοδιαστική αλυσίδα σε όλο τον κόσμο κινείται γύρω από το πετρέλαιο και το φυσ. αέριο, υπεύθυνη για συναλλαγές πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων σε καθημερινή βάση και επηρεάζοντας άμεσα την παγκόσμια οικονομία.
*Ο κ. Κωστής Σταμπολής είναι ενεργειακός αναλυτής και πρόεδρος του ΙΕΝΕ.

