Μια θεμελιώδης παραδοχή της οικονομικής σκέψης ήταν ότι η διαρκής αύξηση του ΑΕΠ και βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών θα οδηγούσε, σχεδόν μηχανιστικά, σε άνοδο του βιοτικού επιπέδου για το σύνολο της κοινωνίας.
Ωστόσο, ήδη από τη δεκαετία του 1970 οικονομολόγοι όπως ο Ρίτσαρντ Ιστερλιν άρχισαν να αμφισβητούν αυτή τη γραμμική σχέση, υποστηρίζοντας ότι η αύξηση του ΑΕΠ δεν συνεπάγεται αυτομάτως αύξηση της κοινωνικής ευημερίας. Η σύγχρονη βιβλιογραφία έχει, σε μεγάλο βαθμό, εδραιώσει αυτή την οπτική: η ανάπτυξη από μόνη της δεν αρκεί. Η δομή της οικονομίας, η κατανομή του πλούτου, η ποιότητα των θεσμών και, κυρίως, το εύρος και η αποτελεσματικότητα του κοινωνικού κράτους και η αγοραστική δύναμη των πολιτών αποτελούν τους καθοριστικούς παράγοντες της πραγματικής ευημερίας.
Η Ελλάδα της τελευταίας οκταετίας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αντίφασης. Μετά την πολυετή κρίση χρέους, η χώρα επέστρεψε σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, με το πραγματικό ΑΕΠ να αυξάνεται ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Η ανεργία αποκλιμακώθηκε από τα ακραία επίπεδα της περιόδου 2012-2014, το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ ακολουθεί καθοδική πορεία, ενώ τα πρωτογενή πλεονάσματα έχουν αποκαταστήσει τη δημοσιονομική αξιοπιστία της χώρας. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης αντιμετωπίζουν πλέον την ελληνική οικονομία ως παράδειγμα επιτυχούς δημοσιονομικής προσαρμογής. Η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας ενίσχυσε περαιτέρω αυτή την εικόνα σταθερότητας, τουλάχιστον σε επίπεδο δεικτών.
Και όμως, η «αριθμητική» πρόοδος δεν αντικατοπτρίζεται στην καθημερινότητα των πολιτών. Μεγάλο μέρος των ελληνικών νοικοκυριών παραμένει οικονομικά ευάλωτο, με έντονο συναίσθημα ανασφάλειας και εμπεδωμένη την αντίληψη της άνισης κατανομής του πλούτου. Η αντίφαση αυτή έχει συγκεκριμένα δομικά χαρακτηριστικά. Τα επίπεδα των τιμών στην Ελλάδα συγκλίνουν προς τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, συνεπικουρούμενα από τον υψηλότερο πληθωρισμό, χωρίς αντίστοιχη σύγκλιση των εισοδημάτων. Το κόστος στέγασης, ιδίως στα αστικά κέντρα, έχει αυξηθεί κατά 50% και πλέον εντός της τελευταίας πενταετίας, εν μέρει λόγω της τουριστικής αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας και εν μέρει λόγω της περιορισμένης προσφοράς κατοικιών την τελευταία δεκαπενταετία. Οι τιμές ενέργειας, καυσίμων και βασικών αγαθών παραμένουν υψηλές σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημα. Το αποτέλεσμα είναι μια διαρκής συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης, η οποία τοποθετεί την Ελλάδα στις χαμηλότερες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης, παρά τους θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Εν ολίγοις, η οικονομία ευημερεί, αλλά όχι η πλειοψηφία των πολιτών.
Το αποτέλεσμα είναι η διαμόρφωση μιας οικονομίας δύο ταχυτήτων, με διαρκώς διευρυνόμενες ανισότητες. Ενα τμήμα της κοινωνίας επωφελείται δυσανάλογα από τη νέα συγκυρία. Η άνοδος της αγοράς ακινήτων, η τουριστική άνθηση, οι επενδυτικές αποδόσεις, οι ολιγοπωλιακές δομές εταιρειών εμπορίας προϊόντων και υπηρεσιών ενισχύουν τα εισοδήματα και την κερδοφορία τους δυσανάλογα. Αντίθετα, τα χαμηλότερα και μεσαία στρώματα μισθωτής εργασίας και οι συνταξιούχοι βιώνουν στασιμότητα ή και απώλεια πραγματικού εισοδήματος λόγω της διαρκώς αυξανόμενης ακριβείας.
Η «αριθμητική» πρόοδος της ελληνικής οικονομίας δεν αντικατοπτρίζεται στην καθημερινότητα των πολιτών. Μεγάλο μέρος των ελληνικών νοικοκυριών παραμένει οικονομικά ευάλωτο.
Οι οικονομολόγοι, ανεξαρτήτως ιδεολογικών αποκλίσεων, συγκλίνουν σε μια βασική παραδοχή: άλλο η καταγραφή των φαινομένων και άλλο η ερμηνεία τους. Αν τα συμπτώματα είναι ορατά, τα αίτια απαιτούν βαθύτερη ανάλυση. Μια βασική, αν και όχι μοναδική, εξήγηση είναι ότι η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται, αλλά η παραγωγική βάση της παραμένει περιορισμένης προστιθέμενης αξίας. Αυτό εξηγεί, εν μέρει, γιατί η αύξηση του ΑΕΠ δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη άνοδο των πραγματικών μισθών. Η παραγωγικότητα παραμένει χαμηλότερη του ευρωπαϊκού μέσου όρου (66%), ενώ η απασχόληση συγκεντρώνεται σε κλάδους χαμηλότερων αποδοχών ή εποχικής εργασίας. Επιπλέον, η παρατεταμένη κρίση της προηγούμενης δεκαετίας άφησε πίσω της μια αγορά εργασίας με περιορισμένη διαπραγματευτική ισχύ και εμφανή κενά μεταξύ ζήτησης και προσφοράς. Η αναντιστοιχία προσφοράς – ζήτησης εμφανίζεται έντονα τόσο στις κατασκευές όσο και στην τουριστική βιομηχανία, στους δύο βασικούς αναπτυξιακούς πυλώνες που εξυπηρετούνται κατά το πλείστον από αλλοδαπούς εργάτες.
Το ρήγμα των ανισοτήτων δεν περιορίζεται στο εισόδημα, αλλά επεκτείνεται και στο κόστος πρόσβασης σε βασικά κοινωνικά αγαθά. Η παιδεία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα: παρά τον δημόσιο χαρακτήρα της εκπαίδευσης, η παραπαιδεία ανθεί, με ιδιαίτερα υψηλό κόστος για τα νοικοκυριά και με αποτέλεσμα η παιδεία να οξύνει τις ανισότητες αντί να δημιουργεί συνθήκες ίσων ευκαιριών. Αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται στην υγεία, όπου οι ιδιωτικές δαπάνες παραμένουν από τις υψηλότερες στην Ευρώπη ως ποσοστό των συνολικών δαπανών. Στο συνταξιοδοτικό σύστημα, οι διαδοχικές περικοπές της μνημονιακής περιόδου, σε συνδυασμό με τον πληθωρισμό, έχουν μειώσει την πραγματική αξία των παροχών, οδηγώντας σε πολλές περιπτώσεις στα όρια της φτωχοποίησης.
Θα μπορούσε άραγε μια τόσο «στενόχωρη» ανάλυση να κάνει την εικόνα ακόμη πιο απαισιόδοξη; Δυστυχώς, ναι. Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα έχει ενισχυθεί από ένα ευρύ πλέγμα ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων, το οποίο συνδυάζει έκτακτα οικονομικά εργαλεία αντιμετώπισης κρίσεων με σταθερές ροές. Κεντρικό ρόλο έχει το Ταμείο Ανάκαμψης του NextGenerationEU, με πόρους περίπου 36 δισ. ευρώ έως το 2026-2027. Παράλληλα ενεργοποιήθηκαν, ιδίως μετά την πανδημία και την ενεργειακή κρίση, μηχανισμοί ενίσχυσης της απασχόλησης, της ρευστότητας και της ενεργειακής επιδότησης. Σε πιο μόνιμη βάση, η οικονομία τροφοδοτείται από την Κοινή Αγροτική Πολιτική (περίπου 2 δισ. ευρώ ετησίως) και από τα Διαρθρωτικά Ταμεία και το Ταμείο Συνοχής της περιόδου 2021-2027, με πόρους συνολικού ύψους άνω των 20 δισ. ευρώ. Παρά τη σημαντική συμβολή τους στη βελτίωση των οικονομικών δεικτών, η διασπορά αυτών των πόρων με στόχο την ευρύτερη κοινωνική ευημερία παραμένει αναποτελεσματική.
Η ελληνική περίπτωση, τελικά, επιβεβαιώνει με απόλυτα διδακτικό τρόπο τη ρήση του Τζόζεφ Στίγκλιτζ: «Το ΑΕΠ μετράει την παραγωγή, όχι την κοινωνική πρόοδο». Να προσθέσω ότι το διαχρονικά ζητούμενο στις σύγχρονες κοινωνίες και οικονομίες είναι η ανάπτυξη που αποτυπώνεται στα στατιστικά στοιχεία να διαχέεται δίκαια και αναλογικά για την ευημερία όλων των πολιτών.
*Ο κ. Γιώργος Στούμπος διετέλεσε καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και στέλεχος της Τράπεζας της Ελλάδος.

