Η Ελλάδα άντεξε στην κρίση, αλλά δεν ανέκτησε τη δυναμική της στη συνέχεια. Παρότι τα τελευταία χρόνια υπήρξε μεγάλη δημοσιονομική βελτίωση, η οικονομία δεν επιτάχυνε πραγματικά, μη συγκλίνοντας προς τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους. Η οικονομία, από τη Μεταπολίτευση μέχρι και το 2007, μεγάλωνε με ρυθμό 2,7% ανά έτος. Στην περίοδο 2008 με 2018 το ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά 25% μέχρι το 2013, ανέκαμψε, αλλά παρέμεινε 18% χαμηλότερο του 2007. Από το 2019 έως το 2025 η Ελλάδα αναπτύχθηκε ελαφρώς ταχύτερα από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όχι όμως όσο γρήγορα χρειαζόταν για να γεφυρώσει το κενό της προηγούμενης δεκαετίας και να ξαναμπεί σε τροχιά σύγκλισης.
Βασική αιτία της υστέρησης ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας είναι η έλλειψη επενδύσεων. Ενώ πριν από την κρίση οι επενδύσεις, ως ποσοστό του ΑΕΠ, βρίσκονταν γύρω στον μέσο όρο της Ε.Ε. (24%), κατά τη διάρκεια της κρίσης έπεσαν και παρέμειναν για αρκετά χρόνια στο 11%. Η αθροιστική απώλεια εισοδήματος και η κατάρρευση των επενδύσεων αποδυνάμωσαν το ελατήριο επαναφοράς της οικονομίας μετά το 2019. Για να υπάρχει μια αίσθηση του τι σημαίνει να τροφοδοτούνται συστηματικά η ανάπτυξη και η ανταγωνιστικότητα με επενδύσεις, η Κίνα επενδύει για πολλά χρόνια γύρω στο 42% του ΑΕΠ ετησίως, η Αμερική και η Ε.Ε. περίπου 22%, η Φινλανδία και το Βέλγιο 24%, ενώ η Πορτογαλία περί το 18%.
Χονδρικά, στην Ελλάδα λείπουν περίπου 17 δισ. ευρώ επενδύσεων σε πάγιο κεφάλαιο κάθε χρόνο. Το κενό αυτό οφείλεται κατά μείζονα λόγο στη μείωση των επενδύσεων στις κατοικίες. Ενώ το 2007 επενδύθηκαν περίπου 59 δισ. ευρώ, το 2025 καταφέραμε μόνο 42 δισ. ευρώ, με τις επενδύσεις σε κατοικίες να έχουν συμπιεστεί από 25 δισ. σε 7 δισ. ευρώ. Το συστηματικό επενδυτικό έλλειμμα μείωσε το απόθεμα κεφαλαίου στην οικονομία κατά 17% από το 2008 μέχρι σήμερα, με τις κατοικίες να καλύπτουν το 55% του συνόλου.
Το συρρικνωμένο και μειωμένης αποδοτικότητας, λόγω κατοικιών, απόθεμα κεφαλαίου διαβρώνει συνεχώς την ανταγωνιστικότητα της χώρας. Χωρίς πολλές νέες επενδύσεις δεν διευρύνεται το παραγωγικό δυναμικό, δεν ενσωματώνονται γρήγορα νέες τεχνολογίες και δεν παράγεται τεχνογνωσία. Η χαμηλή τεχνολογική πυκνότητα της οικονομίας έχει αρνητική επίπτωση στην παραγωγικότητα (που έπεσε κατά 18% από το 2008), δεν αυξάνει την προστιθέμενη αξία (-12%) και διευρύνει το κενό δεξιοτήτων εφαρμογής νέων τεχνολογιών σε βιομηχανική κλίμακα. Επιπλέον, η χαμηλή ανταγωνιστικότητα ασκεί πίεση στους μισθούς, που έχουν καθηλωθεί στο 50% του μ.ό. της Ε.Ε., περιορίζει ουσιαστικά την αποταμίευση, που χρηματοδοτεί μέρος των επενδύσεων, διευρύνει τις ανισότητες και πιθανότατα επιδρά αρνητικά στο δημογραφικό. Πέραν όμως από όλα αυτά, η ορατή ανταγωνιστική υστέρηση της χώρας σε πολλά μέτωπα μεγαλώνει την απόσταση μεταξύ των προσδοκιών των πολιτών και της πραγματικότητας, η οποία επηρεάζει συμπεριφορές και πολιτικές.
Η ορατή ανταγωνιστική υστέρηση της χώρας σε πολλά μέτωπα μεγαλώνει την απόσταση μεταξύ των προσδοκιών των πολιτών και της πραγματικότητας.
Οι δομικές αιτίες της επενδυτικής πενίας είναι τέσσερις. Τα πολύ μικρά μεγέθη εταιρειών (λιγότερες από 700 εταιρείες έχουν πάνω από 250 εργαζομένους) είναι συνυφασμένα με χαμηλή παραγωγικότητα, δεν αντέχουν τις επενδύσεις σε Ε&Α και εξαγωγικό μάρκετινγκ, ούτε διευκολύνουν την άντληση ιδίων κεφαλαίων. Η δυσκολία χειρισμού της πολυπλοκότητας σε επίπεδο προϊόντων, υπηρεσιών και επιχειρηματικών σχέσεων, η οποία σχετίζεται ισχυρά με την προστιθέμενη αξία. Ο δείκτης Economic Complexity Index (πολυπλοκότητας και ιδιαιτερότητας) των ελληνικών εξαγωγών υπολείπεται κατά 25% της Πορτογαλίας, 47% του Βελγίου και 56% της Φιλανδίας. Οι μικροί χρονικοί ορίζοντες σχεδιασμού, καθώς στην Ελλάδα το κεφάλαιο επιζητά μεγάλες αποδόσεις γρήγορα, τα μυαλά ψάχνουν την ταχύτατη αναγνώριση και υψηλές απολαβές και η δημόσια διοίκηση ακολουθεί τον ορίζοντα των πολιτικών που δεν ξεπερνάει ποτέ τις επόμενες εκλογές. Τα συσσωρευμένα συστημικά εμπόδια στην εξασφάλιση αδειών και κεφαλαίων, οι καθυστερήσεις υλοποίησης έργων και προγραμμάτων, οι συχνές μεταβολές νόμων και αποφάσεων και η υπερ-αργή απονομή δικαιοσύνης επηρεάζουν τις αναμενόμενες επενδυτικές αποδόσεις και απομακρύνουν κεφάλαια. Το συνδυαστικό αποτέλεσμα των τεσσάρων παραγόντων είναι η μόνιμη έλλειψη ώριμων, χρηματοδοτήσιμων επενδύσεων μεγάλου μεγέθους και η γενικότερη αποφυγή δέσμευσης κεφαλαίων μακροπρόθεσμα.
Για να ξεφύγει η χώρα από την παγίδα της επενδυτικής πενίας πρέπει να στοχεύσει σε μεγαλύτερα εταιρικά μεγέθη, να καλλιεργήσει πολυπλοκότερες επιχειρηματικές σχέσεις, να κατεδαφίσει τα εμπόδια και να προωθεί με εμμονή το μεγάλωμα της οικονομικής πίτας. Εξι είναι οι διαστάσεις μιας στρατηγικής που θα μπορούσε να αποφέρει καρπούς αν εφαρμοσθεί δημιουργικά και χωρίς εκπτώσεις. Πρώτον, σαφής βιομηχανική πολιτική με εστίαση σε επενδύσεις μεγάλης κλίμακας, με μεγάλους πολλαπλασιαστές και μεγάλη προστιθέμενη αξία, που συνήθως αφορούν υποδομές, βιομηχανίες εξαρτημάτων και συναρμολόγησης, και παραγωγή και εφαρμογή τεχνολογίας. Δεύτερον, πολιτική εκτεταμένων αστικών αναπλάσεων για τον εκμοντερνισμό του αποθέματος και τον περιορισμό του φαινομένου των άδειων κατοικιών ταυτόχρονα με την απρόσιτη στέγη. Τρίτον, πολιτική άρσης των επενδυτικών εμποδίων με πλήρη ανασχεδιασμό νόμων και διαδικασιών, σταθερή φορολογία, γρήγορη αδειοδότηση, ευσταθή νομοθεσία, αναβάθμιση των Ρυθμιστικών Αρχών και γρήγορη εκδίκαση διαφωνιών. Τέταρτον, ευφυής πολιτική φορολογικών απαλλαγών και άμεσων επιδοτήσεων για την προσέλκυση greenfield επενδύσεων μεγάλης κλίμακας (π.χ. κατασκευή ηλεκτρικών αυτοκινήτων), σε προεπιλεγμένες και προαδειοδοτημένες περιοχές, με κατάλληλες υποδομές και διασυνδέσεις. Πέμπτον, σμίκρυνση του χρόνου ωρίμανσης έργων δημόσιων υποδομών και της λήψης διαδικαστικών αποφάσεων. Εκτον, φορολογική κινητροδότηση για τη δημιουργία οικοσυστημάτων υπεργολαβικών σχέσεων με μεγάλες ελληνικές και ξένες βιομηχανίες, και για τη «συνεταιριστική» άθροιση προσφοράς μικρών παραγωγών προς εξαγωγή.
Η πορεία της οικονομίας προς μεγαλύτερα μεγέθη, πολυπλοκότητα και αυξημένη προστιθέμενη αξία, με ισχυρότερες επιχειρήσεις ικανές να κινητοποιήσουν κεφάλαια και να κουνήσουν τον δείκτη διεθνούς ανταγωνιστικότητας, προϋποθέτει την κατάκτηση μακρύτερων οριζόντων σχεδιασμού και την εφαρμογή συγκροτημένων πολιτικών. Αναγκαίες συνθήκες επιτυχίας είναι αφενός ο μετασχηματισμός της δημόσιας διοίκησης, ώστε να διαμορφώσει και να εφαρμόσει πολιτικές που κατευθύνουν κατάλληλα τις αγορές, και αφετέρου η ανταπόκριση της επιχειρηματικής τάξης στα ερεθίσματα και στα κίνητρα με μεταβολή των όρων επενδυτικής εμπλοκής. Αυτά με τη σειρά τους απαιτούν την αλλαγή τόσο της πολιτικής όσο και της επιχειρηματικής νοοτροπίας για να επέλθουν στρατηγικές συναινέσεις και ουσιαστική συνεργασία δημοσίου και ιδιωτικού τομέα. Η θεμελιακή πεποίθηση που καλεί για τέτοιου είδους σεισμικές αλλαγές συνοψίζεται στο ότι η ανάπτυξη μέσα από επενδύσεις θωρακίζει μακροπρόθεσμα τη χώρα, τονώνει το ηθικό πολιτών, επιχειρηματιών και πολιτικών, μεγαλώνει συστηματικά την πίτα, αλλά και καθιστά τη διανομή της ευκολότερη και δικαιότερη.
*Ο κ. Κώστας Σ. Μητρόπουλος είναι σύμβουλος επιχειρήσεων.

