Εκπίπτει κατά προτεραιότητα ο φόρος που καταβλήθηκε στην Κύπρο από τον αναλογούντα ελληνικό φόρο. Ημεδαπή εταιρεία υπέβαλε δήλωση φορολογίας εισοδήματος νομικών προσώπων για το φορολογικό έτος 2017. Παράλληλα με την ως άνω δήλωση συνυπέβαλε επιφύλαξη ζητώντας να της επιστραφεί ο φόρος που καταβλήθηκε στην Κύπρο για το ίδιο εισόδημα, υποστηρίζοντας ότι αυτός είναι εκπεστέος από τον καταβληθέντα στην Ελλάδα φόρο, σύμφωνα με τη Σύμβαση περί Αποφυγής της Διπλής Φορολογίας (ΣΑΔΦ) μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου. Η φορολογική αρχή, η ΔΕΔ αλλά και το Διοικητικό Εφετείο απέρριψαν τους ισχυρισμούς της φορολογουμένης. Στη συνέχεια το ΣτΕ ακύρωσε την απόφαση του Εφετείου κρίνοντας ότι κατ’ εφαρμογή της ΣΑΔΦ μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου, ο φόρος που καταβλήθηκε στην Κύπρο εκπίπτει κατά προτεραιότητα από τον αναλογούντα ελληνικό φόρο, με ανώτατο όριο το ποσό του φόρου που αναλογεί στην Ελλάδα για το εισόδημα που προκύπτει στην Κύπρο. Σε περίπτωση δε που το ποσό που προκαταβλήθηκε ή παρακρατήθηκε είναι μεγαλύτερο από τον οφειλόμενο φόρο, η επιπλέον διαφορά επιστρέφεται (ΣτΕ 827/2025).
Η φορολογική αρχή δεν δύναται να εφαρμόζει για τον έλεγχο ενδοομιλικών συναλλαγών μεταγενέστερες ή μη προβλεπόμενες κατά τον κρίσιμο χρόνο μεθόδους τεκμηρίωσης τιμών. Στην εξεταζόμενη υπόθεση η φορολογική αρχή επέβαλε σε εταιρεία φόρο εισοδήματος και πρόστιμα για τη χρήση 2008. Εκρινε ότι οι αγορές από συνδεδεμένες αλλοδαπές εταιρείες πραγματοποιήθηκαν με αδικαιολόγητα χαμηλό περιθώριο κέρδους. Η κρίση αυτή στηρίχθηκε στην αρχή των ίσων αποστάσεων και σε μεθοδολογία της αγορανομικής νομοθεσίας του υπουργείου Ανάπτυξης. Το ΣτΕ έκρινε ότι η εφαρμογή των συγκεκριμένων μεθόδων δεν ήταν νόμιμη για την επίδικη χρήση, καθώς το τότε ισχύον φορολογικό πλαίσιο δεν παρέπεμπε στην εν λόγω αγορανομική νομοθεσία ούτε προέβλεπε την ειδική φορολογική διαδικασία τεκμηρίωσης ενδοομιλικών συναλλαγών, αλλά επέτρεπε αξιολόγηση βάσει κάθε πρόσφορου αποδεικτικού στοιχείου. Περαιτέρω, το ΣτΕ έκρινε ότι, σε περίπτωση απόρριψης του συνόλου των δαπανών λογαριασμού βάσει δειγματοληπτικού ελέγχου, η επιτυχής ανατροπή του δείγματος από τον φορολογούμενο αρκεί για την αναγνώριση του συνόλου των σχετικών δαπανών προς έκπτωση (ΣτΕ 1395/2025).
Η ισχύς της διαγραφής ομόρρυθμου εταίρου από Ο.Ε. προς κάθε τρίτο προϋποθέτει την τήρηση της εμπορικής δημοσιότητας της σχετικής εταιρικής απόφασης. Σε πρόσφατη απόφασή του το Συμβούλιο της Επικρατείας κλήθηκε να κρίνει επί αιτήματος διαγραφής φυσικού προσώπου από το φορολογικό μητρώο ως ομόρρυθμου εταίρου εταιρείας. Συγκεκριμένα, η αιτούσα υποστήριξε ότι ουδέποτε απέκτησε ουσιαστικά την εταιρική ιδιότητα, παρά τη μεταβίβαση μεριδίου σε αυτήν αιτία γονικής παροχής, και ζήτησε να αναγνωρισθεί προγενέστερη αποχώρησή της. Το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση, δεχόμενο ότι η ιδιότητα του εταίρου αποκτήθηκε και έληξε προς κάθε τρίτο, περιλαμβανομένου του Δημοσίου, μόνο με τη δημοσίευση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης αποκλεισμού της, που πραγματοποιήθηκε το 2011. Για τη διαγραφή από το φορολογικό μητρώο σε προγενέστερο χρόνο δεν αρκεί η απόδειξη της αποχώρησης, αλλά απαιτείται και επίδειξη δέουσας επιμέλειας για την τήρηση των διατυπώσεων εμπορικής δημοσιότητας. Δεδομένου ότι η αιτούσα δεν προέβη εγκαίρως στις απαιτούμενες ενέργειες, όπως η δημοσίευση της αποχώρησης στο ΓΕΜΗ, το δικαστήριο έκρινε ότι οι ισχυρισμοί της πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς (ΣτΕ 1737/2025).
Στα πέντε χρόνια παραγράφεται η αξίωση του Δημοσίου για επιβολή τελών χαρτοσήμου. Το δικαστήριο κλήθηκε να εξετάσει το ζήτημα του χρόνου παραγραφής των τελών χαρτοσήμου. Διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχουν ειδικές διατάξεις που να ρυθμίζουν την παραγραφή στις σχετικές νομοθεσίες, ενώ απορρίπτεται η εφαρμογή των γενικών διατάξεων του αστικού δικαίου περί εικοσαετούς παραγραφής, καθώς αυτές αφορούν ιδιωτικές σχέσεις και όχι φορολογικές υποχρεώσεις. Αντίθετα, γίνεται δεκτό ότι εφαρμόζεται κατ’ αρχάς πενταετής προθεσμία παραγραφής, η οποία αρχίζει από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννάται η υποχρέωση καταβολής. Σε ειδικές περιπτώσεις, όπου συντρέχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις, η προθεσμία μπορεί να επεκταθεί σε δεκαετία. Το δικαστήριο καταλήγει ότι η προηγούμενη αντίθετη κρίση ήταν εσφαλμένη, καθώς μακρότερη παραγραφή δεν δικαιολογείται (ΣτΕ 2023/2025).
Πηγή: Grant Thornton

