Η Ελλάδα εισέρχεται πλέον σε φάση προετοιμασίας για την ενδεχόμενη ενσωμάτωση της πυρηνικής ενέργειας στο μελλοντικό ενεργειακό της μείγμα, με την κυβέρνηση να δρομολογεί τα πρώτα απαραίτητα βήματα για τη δημιουργία του απαραίτητου θεσμικού πλαισίου.
Μιλώντας στο συνέδριο «Η Ελλάδα στη Νέα Εποχή της Πυρηνικής Ενέργειας», ο Υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Νίκος Τσάφος, ξεκαθάρισε πως, αν και η τεχνολογία αντιμετωπίζει καθυστερήσεις διεθνώς και δεν αποτελεί μια πλήρως ώριμη παραγωγή με απολύτως προδιαγεγραμμένο κόστος, το ανανεωμένο ενδιαφέρον υποχρεώνει τη χώρα να εξετάσει ρεαλιστικά τις επιλογές της.
Στόχος είναι η δημιουργία ενός θεσμοθετημένου, ανεξάρτητου μηχανισμού διαλόγου και αξιολόγησης στα πρότυπα ενός οργανισμού NEPIO (σ.σ. Nuclear Energy Programme Implementing Organization – Οργανισμός Υλοποίησης Προγράμματος Πυρηνικής Ενέργειας), όπως εξηγούν κύκλοι της αγοράς, ο οποίος θα επιβιώσει των κυβερνητικών εναλλαγών. Ετσι, όταν οι συνθήκες και οι τεχνολογίες ωριμάσουν, η χώρα δεν θα ξεκινήσει από το μηδέν, αλλά θα διαθέτει ήδη τις στιβαρές βάσεις για την υλοποίηση του προγράμματος. Ο Ν. Τσάφος υπογράμμισε ότι το θέμα έχει πάψει πλέον να διχάζει έντονα την κοινωνία, ενώ η περαιτέρω κοινωνική και πολιτική συναίνεση αποτελεί αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση. Παράλληλα, αναφερόμενος στα σημερινά σύνθετα δεδομένα της αγοράς ρεύματος, σημείωσε τις ισχυρές πιέσεις που προκαλούν οι περικοπές ενέργειας και οι μηδενικές τιμές τις μεσημβρινές ώρες, γεγονός που καθιστά απολύτως αναγκαία τη διερεύνηση μονάδων σταθερής βάσης στο σύστημα.
Την επιτακτική ανάγκη στροφής προς τα νέα πυρηνικά συστήματα υπογράμμισαν και οι εκπρόσωποι της βιομηχανίας και της ναυτιλίας. Ο πρώην πρόεδρος του Ναυτικού Επιμελητηρίου Ελλάδος και στέλεχος ναυτιλιακού ομίλου, Γιώργος Πατέρας τόνισε ότι καύσιμα όπως η αμμωνία, η μεθανόλη και το LNG δεν αποτελούν την τελική λύση για την ποντοπόρο, καθώς είτε εμφανίζουν λειτουργικές αβεβαιότητες είτε διατηρούν σημαντικό αποτύπωμα άνθρακα. Επισημαίνοντας τις συνεχείς αλλαγές στους ευρωπαϊκούς κανόνες, χαρακτήρισε την πυρηνική ενέργεια μονόδρομο, τονίζοντας ότι για τα μεγάλα πλοία θα απαιτηθούν μικροί αντιδραστήρες των 10 MW. Ιδιαίτερη μνεία έκανε στους αντιδραστήρες θορίου, οι οποίοι προσφέρουν υψηλή ασφάλεια χωρίς να εξυπηρετούν στρατιωτικούς σκοπούς.
Ωστόσο, ως μεγαλύτερο εμπόδιο ανέδειξε την εκπαίδευση, καθώς η εφαρμογή της τεχνολογίας θα απαιτήσει την άμεση κατάρτιση χιλιάδων ναυτικών, μια τεχνογνωσία που σήμερα περιορίζεται μόνο στο αμερικανικό πολεμικό ναυτικό. Τη θέση αυτή ενίσχυσε ο Π. Ζαχαριάδης της Atlantic Bulk Carriers Management Ltd., προσθέτοντας ότι η παραγωγή επαρκών πράσινων καυσίμων είναι πρακτικά ανέφικτη, αφού η αντικατάσταση 330 εκατ. τόνων συμβατικών καυσίμων θα απαιτούσε 825 εκατ. τόνους αμμωνίας και δυσθεώρητες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας.
Σε ανάλογο μήκος κύματος κινήθηκε και η βαριά βιομηχανία. Ο Πάνος Σκιαδάς από τη Viohalco εστίασε στο σοβαρό έλλειμμα ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης. Εξήγησε ότι οι πελάτες απαιτούν πλέον πιστοποιημένα προϊόντα χαμηλού ανθρακικού αποτυπώματος και όχι απλώς θεωρητικές δεσμεύσεις. Ωστόσο, η πλήρης αποανθρακοποίηση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας απαιτεί ασύλληπτες ποσότητες ενέργειας, πολλαπλάσιες της συνολικής ελληνικής κατανάλωσης των 50-57 TWh ετησίως. Κατά τον ίδιο, τα επόμενα βήματα μείωσης των εκπομπών προϋποθέτουν ανταγωνιστικές τιμές και προβλεψιμότητα, στοιχεία που αναδεικνύουν την πυρηνική ενέργεια ως βασικό εργαλείο, προκειμένου η βιομηχανία να μην καταστεί απολύτως εξαρτώμενη από τρίτες χώρες στις τεχνολογίες αποθήκευσης. Κοινή συνισταμένη, λοιπόν, αποτελεί η ανάγκη για έναν άμεσο, θεσμικό δημόσιο διάλογο, ώστε η κοινωνία να θωρακιστεί απέναντι στην παραπληροφόρηση και να διασφαλιστεί η ενεργειακή ανθεκτικότητα.

