Ενα ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο προκύπτει από την εξέταση του χάρτη των ταχυδρομικών υπηρεσιών στην Ευρώπη. Αρκετές από τις χώρες που καταγράφουν σαφώς καλύτερες επιδόσεις από την Ελλάδα στη διεθνή ταχυδρομική διακίνηση εξακολουθούν να διατηρούν δημόσιο ή μεικτό μοντέλο λειτουργίας των ταχυδρομείων τους. Σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, οι οργανισμοί αυτοί έχουν περάσει τα τελευταία χρόνια από δύσκολες φάσεις αναδιάρθρωσης και μετασχηματισμού, αντίστοιχες με εκείνες που αντιμετωπίζουν τα ΕΛΤΑ. Παρ’ όλα αυτά, καταφέρνουν να διατηρούν αισθητά καλύτερες επιδόσεις στην ταχύτητα και στην αξιοπιστία των διεθνών αποστολών.
Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Ιταλία και η Poste Italiane, η οποία πέρασε μια μακρά περίοδο αναδιάρθρωσης και εκσυγχρονισμού μετά την οικονομική κρίση, προτού καταφέρει να μετασχηματιστεί από ένα παραδοσιακό ταχυδρομείο σε έναν πολυδιάστατο όμιλο υπηρεσιών, με δραστηριότητες που εκτείνονται από τις μεταφορές και τα logistics έως τις χρηματοοικονομικές και ασφαλιστικές υπηρεσίες. Το 2015 εισήχθη στο χρηματιστήριο του Μιλάνου, χωρίς όμως να απολέσει τον δημόσιο χαρακτήρα της, καθώς ο έλεγχος παραμένει σε μεγάλο βαθμό στο ιταλικό Δημόσιο (με ποσοστό συμμετοχής 64%) μέσω του υπουργείου Οικονομικών και της κρατικά ελεγχόμενης Cassa Depositi e Prestiti.
Στην Ελβετία, η οποία από πολλούς θεωρείται σημείο αναφοράς για την αξιοπιστία των ταχυδρομικών υπηρεσιών στην Ευρώπη και όχι μόνο, η πλήρως κρατική Swiss Post, παρότι έχει βρεθεί κατά καιρούς αντιμέτωπη με προκλήσεις προσαρμογής και εκσυγχρονισμού, εξακολουθεί να καταγράφει ιδιαίτερα υψηλές επιδόσεις. Σύμφωνα με τις μετρήσεις της Διεθνούς Ταχυδρομικής Ενωσης για το 2025, ο μέσος χρόνος παράδοσης αλληλογραφίας από την Ελλάδα προς παραλήπτη στην Ελβετία διαμορφώθηκε στις 4,9 εργάσιμες ημέρες από την κατάθεση, ενώ αντιστοίχως προς την Ιταλία κινήθηκε κοντά στις πέντε ημέρες. Στις περισσότερες χώρες που εξετάστηκαν, ο μέσος χρόνος επίδοσης των αντικειμένων που προέρχονταν από την Ελλάδα κυμάνθηκε μεταξύ πέντε και έξι ημερών, με εξαίρεση τη Ρουμανία, όπου ξεπέρασε τις εννέα ημέρες.
Η εικόνα αλλάζει αισθητά όσον αφορά την εισερχόμενη διεθνή αλληλογραφία, δηλαδή τις αποστολές όπου το μεγαλύτερο μέρος του ταχυδρομικού έργου αναλαμβάνουν τα ΕΛΤΑ μετά την έλευση των αντικειμένων στη χώρα. Εκεί, το 2025, ο μέσος χρόνος παράδοσης από τη χώρα προέλευσης έως τον τελικό παραλήπτη στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στις 10 με 11 εργάσιμες ημέρες στις περισσότερες περιπτώσεις, καταγράφοντας αισθητή επιδείνωση σε σχέση με το 2024.
Οι μεγαλύτερες καθυστερήσεις εντοπίστηκαν στις αποστολές από την Πολωνία και τη Ρουμανία, όπου ο μέσος χρόνος επίδοσης έφθασε τις 15,3 και 14,9 ημέρες, αντιστοίχως. Υψηλοί χρόνοι καταγράφηκαν επίσης για αντικείμενα που προέρχονταν από την Ολλανδία (11,5 ημέρες), την Ιταλία (11,2 ημέρες), τη Γαλλία (11,1 ημέρες) και την Πορτογαλία (11,7 ημέρες).
Σύμφωνα με τα στοιχεία, οι καθυστερήσεις δεν συνδέονται τόσο με την αποστολή από τα ξένα ταχυδρομεία, αλλά με τη διαλογή και διανομή των αντικειμένων μετά την είσοδό τους στην ελληνική επικράτεια, διαδικασία που επιβαρύνει σημαντικά τον συνολικό χρόνο επίδοσης.

