Εντονη ανησυχία προκαλεί στους κόλπους της Ευρώπης η άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων τις τελευταίες ημέρες. Το μήνυμα που στέλνει η αγορά είναι σαφές: οι επενδυτές φοβούνται πλέον ότι ο κόσμος μπαίνει σε μια εποχή επίμονου πληθωρισμού, υψηλών επιτοκίων, αυξανόμενων δημοσιονομικών πιέσεων και διαρκών γεωπολιτικών σοκ.
Η αντίδραση της αγοράς ομολόγων οφείλεται ουσιαστικά σε δύο παράγοντες, όπως σημειώνει στην «Κ» ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας. Πρώτον, αντανακλά τους κινδύνους για τον πληθωρισμό. Οι αγορές, όπως εξηγεί, δεν βλέπουν λύση στο ζήτημα των Στενών του Ορμούζ, που συνεχίζουν να παραμένουν ουσιαστικά κλειστά για τρίτο μήνα και βλέπουν ότι ο πληθωρισμός τον Απρίλιο αυξήθηκε σημαντικά σε όλες τις χώρες και όχι μόνο σε αυτές που έχουν υπερβάλλουσα ζήτηση, όπως η Ελλάδα, αλλά και σε χώρες που έχουν υπερβάλλουσα προσφορά. Δεύτερον, η ισχυρή άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων δείχνει πως πλέον οι αγορές τιμολογούν φόβους για δημοσιονομικά προβλήματα, ότι δηλαδή η ενεργειακή κρίση κινδυνεύει να μετατραπεί σε δημοσιονομική κρίση και αυτό είναι πολύ ανησυχητικό, επισήμανε ο κ. Στουρνάρας.
Και ο πρόεδρος του Eurogroup, και υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης εξέφρασε τον μεγάλο προβληματισμό που υπάρχει πλέον στην Ευρώπη. «Η εικόνα που υπάρχει τις τελευταίες μέρες στις αγορές ομολόγων μάς προβληματίζει. Γιατί είναι σαφές ότι δεν πρέπει μια ενεργειακή κρίση να μετατραπεί σε δημοσιονομική», όπως τόνισε. Αν και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αποφεύγει συνήθως να σχολιάσει την πορεία των spreads και των κρατικών ομολόγων γενικότερα, η πρόεδρός της, Κριστίν Λαγκάρντ, ερωτηθείσα εάν ανησυχεί για την εικόνα της αγοράς ομόλογων, απάντησε, δίχως σκέψη, καταφατικά.
Ολα αυτά δείχνουν πως οι αγορές και οι θεσμοί φοβούνται ότι ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δεν είναι απλώς μια γεωπολιτική κρίση, αλλά ο καταλύτης για το επόμενο μεγάλο οικονομικό σοκ, τη στιγμή που η παγκόσμια οικονομία δεν πρόλαβε ποτέ να αποβάλει πλήρως το σοκ της πανδημίας και του πολέμου στην Ουκρανία.
Η Ευρώπη είναι πιο ευάλωτη λόγω της ενεργειακής της εξάρτησης, ωστόσο το sell-off των προηγούμενων ημερών ήταν διεθνές.
Η Ευρώπη είναι πιο ευάλωτη λόγω της ενεργειακής της εξάρτησης, ωστόσο το sell-off των προηγούμενων ημερών ήταν διεθνές. Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων όλων των χωρών εκτοξεύθηκαν σε πολυετή υψηλά, καθώς οι αυξανόμενες τιμές της ενέργειας έχουν αναγκάσει τις κεντρικές τράπεζες να αναβάλουν σχέδια μείωσης ή «παγώματος» των επιτοκίων, και τις οικονομίες να προετοιμαστούν για βραδύτερη ανάπτυξη.
Η απόδοση στο γερμανικό δεκαετές, από 2,65% στις 27 Φεβρουαρίου και πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, εκτοξεύθηκε στο 3,19% την περασμένη εβδομάδα και σε υψηλά 15 ετών, σημειώνοντας άνοδο 54 μονάδων βάσης. Στο γαλλικό 10ετές αυξήθηκε κατά 78 μ.β., στο ισπανικό και στο πορτογαλικό κατά 57 μ.β., στο ιταλικό κατά 69 μ.β., ενώ στο ελληνικό 10ετές είδε αύξηση 56 μ.β. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο βέβαια βρέθηκε και σε εκλογική διαδικασία, η απόδοση του 10ετούς εκτοξεύθηκε κατά 86 μ.β., ενώ στην Ιαπωνία και στις ΗΠΑ η αύξηση ήταν 70 μ.β. Οι πιέσεις ήταν έντονες και στα πιο μακροπρόθεσμα ομόλογα, με την απόδοση του 30ετούς των ΗΠΑ να έχει πλέον ξεπεράσει το 5%, το υψηλότερο επίπεδο από το 2007.
Ο αντίκτυπος των υψηλών αποδόσεων των ομολόγων στην οικονομία θα εξαρτηθεί από το αν τα επιτόκια θα αυξηθούν με ομαλό τρόπο.
Αν και υποχώρησαν από την κορύφωση στα μέσα της εβδομάδας, ακολουθώντας τις ειδήσεις σχετικά με την πρόοδο προς μια συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν για τον τερματισμό της σύγκρουσης, οι αποδόσεις παραμένουν υψηλές, ασκώντας πιέσεις στα δημοσιονομικά πολλών χωρών.
Οι αναλυτές εκτιμούν πως τα κόστη δανεισμού θα παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, καθώς ο πληθωρισμός δεν αναμένεται να υποχωρήσει γρήγορα. Οι δείκτες PMI συνεχίζουν να υποδεικνύουν ότι ο πόλεμος στο Ιράν αποτελεί ένα στασιμοπληθωριστικό σοκ. «Ο,τι και να συμβεί, θα μείνει μια… ηχώ υψηλότερου πληθωρισμού», δηλώνει ο αναλυτής της ING, Παντράικ Γκάρβεϊ, «ακόμη και να δούμε ένα τέλος άμεσα στη σύγκρουση, οι αποδόσεις δεν θα μειωθούν δραματικά». Τελικά, ο αντίκτυπος των υψηλών αποδόσεων των ομολόγων στην ευρύτερη οικονομία θα εξαρτηθεί από το αν τα επιτόκια θα αυξηθούν με ομαλό τρόπο ή θα εκτοξευθούν ξαφνικά σε επίπεδα που θα σφίξουν σοβαρά τις χρηματοπιστωτικές συνθήκες.
«Το κοκτέιλ ασθενέστερης ανάπτυξης και υψηλότερου πληθωρισμού είναι δυσάρεστο για τις κεντρικές τράπεζες», σχολιάζει ο αναλυτής της Citigroup, Νέιθαν Σιτς. Οι αγορές βλέπουν τώρα μία αύξηση επιτοκίων από τη Fed μέχρι το τέλος του έτους, τρεις αυξήσεις από την ΕΚΤ και δύο ή τρεις αυξήσεις από την Τράπεζα της Αγγλίας.
Σε κάθε περίπτωση, οι υψηλότερες αποδόσεις των κρατικών ομολόγων σημαίνουν υψηλότερο κόστος δανεισμού και εντεινόμενες πιέσεις στη δημοσιονομική πολιτική, τη στιγμή που οι κυβερνήσεις έχουν συσσωρεύσει τεράστια χρέη μετά την πανδημία και καλούνται να δαπανήσουν ακόμη περισσότερα για άμυνα, ενεργειακές επιδοτήσεις και στήριξη νοικοκυριών.

