«Η ταυτότητα δεν είναι πολυτέλεια, είναι οικονομική επιλογή». Με την αξιοποίηση της φράσης του νομπελίστα οικονομολόγου Ρόμπερτ Σόλοου, ο Γιώργος Μέργος προσφέρει ιδέες που χρειάζεται ο δημόσιος διάλογος σε μια χώρα που είναι γεμάτη από ιστορία. Το βιβλίο «Η οικονομία της πολιτιστικής κληρονομιάς» (εκδόσεις Ευρασία), με τον υπότιτλο «Αξιοποιώντας το παρελθόν για ένα βιώσιμο μέλλον», περιλαμβάνει πολλά από όλα όσα μπορούν ή πρέπει να συμβούν ώστε να διασωθεί, αλλά κυρίως να αξιοποιηθεί, ένα σημαντικό πλεονέκτημα του τόπου.
Ο συγγραφέας δεν είναι άγνωστος. Ο Γιώργος Μέργος είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εχει διατελέσει γενικός γραμματέας των υπουργείων Οικονομικών και Εθνικής Οικονομίας, διοικητής του ΙΚΑ, καθώς και ερευνητής στην Παγκόσμια Τράπεζα και στο Stanford University. Με πλούσιο συγγραφικό έργο στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, έχει εργαστεί ως εμπειρογνώμων σε διεθνείς οργανισμούς (World Bank, OECD, FAO) για θέματα αναπτυξιακής βοήθειας σε πολλές χώρες. Κεντρικός ισχυρισμός του βιβλίου είναι ότι τα μνημεία και οι πολιτιστικοί χώροι προστατεύονται αποτελεσματικότερα όταν αποτελούν «ζωντανό» κομμάτι της σύγχρονης κοινωνίας. Η μετάβαση από την απλή προστασία σε μια ολιστική θεώρηση επιτρέπει την εξισορρόπηση μεταξύ συντήρησης και ορθολογικής αξιοποίησης. Ετσι μετατρέπεται ο πολιτισμός σε μοχλό κοινωνικής ένταξης και οικονομικής αναζωογόνησης. Ο συγγραφέας πιστεύει ότι το πλουσιότατο πολιτιστικό κεφάλαιο της Ελλάδος αποτελεί δυνητικά σημαντικό άξονα στη διαμόρφωση ενός νέου αναπτυξιακού προτύπου. Το βιβλίο εστιάζει στη θεωρητική θεμελίωση και στις μεθοδολογικές προσεγγίσεις της οικονομικής αξίας και του αναπτυξιακού ρόλου της πολιτιστικής κληρονομιάς. Προβάλλει την ανάγκη εξισορρόπησης στο δίπολο «προστασία – αξιοποίηση». Εξηγεί πως αυτή η εξισορρόπηση συνάδει με τη διεθνή πρακτική και την αλλαγή του επιστημονικού παραδείγματος: η πολιτιστική κληρονομιά δεν θεωρείται πλέον στενά, με μόνο σκοπό τη συντήρησή της για ιστορικούς, ηθικούς και αρχαιολογικούς λόγους. Αποτελεί ευρύτερα ένα λειτουργικό τμήμα της κοινωνίας και της οικονομίας του τόπου, που συμπεριλαμβάνει πολιτικά πρότυπα, οικονομική ευημερία, κοινωνική συνοχή και πολιτισμική διαφορετικότητα.
Ο συγγραφέας ουσιαστικά αλλάζει τον τρόπο που «βλέπουμε» την πολιτιστική κληρονομιά. Δεν θέλει να είναι κάτι που έμεινε από το παρελθόν και είτε δεν πρέπει να «εμπορευματοποιηθεί» και συνεπώς κινδυνεύει με εγκατάλειψη, είτε αρκεί να «προστατευθεί» γραφειοκρατικά, με καθήλωση στο παρελθόν. Ο συγγραφέας προσφέρει άλλη ματιά, αυτή του «πολιτιστικού κεφαλαίου», από το οποίο η χώρα διαθέτει μεγάλο απόθεμα και αν αξιοποιηθεί μπορεί να αποτελέσει αναπτυξιακό μοχλό σε τοπικό και εθνικό επίπεδο.
Γι’ αυτό η πολιτιστική κληρονομιά δεν είναι απροσδιόριστη. Ο συγγραφέας προσφεύγει στο «Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο», στο οποίο καταγράφονται οι οριοθετημένοι ιστορικοί τόποι και περιγράφονται 17.000 μνημεία, 3.100 αρχαιολογικοί χώροι, 420 ιστορικοί τόποι, 844 ζώνες προστασίας και 220 μουσεία. Ολόκληρη η Ελλάδα είναι μια διαδρομή στην ιστορία. Ποια είναι η στρατηγική που προτείνει ο συγγραφέας; Η διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς και η βιώσιμη αξιοποίησή της συνιστά την προϋπόθεση για την ενίσχυση μιας κοινωνίας που εκτιμά την ιστορία, ενώ παράλληλα προωθεί την ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς. Η αποτίμηση της οικονομικής αξίας της πολιτιστικής κληρονομιάς δεν γίνεται προκειμένου να διατεθεί στην αγορά, αλλά για να αξιοποιηθεί. Να έρθουν τα διαθέσιμα κεφάλαια, οι πόροι που θα δημιουργήσουν εστίες ανάπτυξης στην περιφέρεια και στη χώρα.
Ο καθηγητής Γ. Μέργος διαμόρφωσε έναν οδικό χάρτη που μέσα από μια διαδρομή μελέτης, τεκμηρίωσης και νηφάλιας ανάλυσης περιγράφει ένα άλμα από το παρελθόν στο μέλλον.

