Τα έξι στα δέκα καινούργια αυτοκίνητα που πωλούνται στην Ελλάδα σε ετήσια βάση τα αγοράζουν είτε εταιρείες μακροχρόνιας μίσθωσης για λογαριασμό πελατών τους είτε εταιρείες ενοικιάσεων. Οι παραδοσιακοί αγοραστές, φυσικά πρόσωπα που θέλουν το δικό τους ιδιόκτητο αυτοκίνητο, καθίστανται κάθε χρόνο μειονότητα στο «δείγμα» των νέων αγοραστών, ενώ όσο περνάει ο καιρός τόσο μικρότερο γίνεται και το μερίδιο που καταλαμβάνουν στις συνολικές πωλήσεις. Το στατιστικό εύρημα αποτυπώνει τη «στροφή» που συντελείται στην αγορά: το δικαίωμα χρήσης κυριαρχεί έναντι του δικαιώματος στην ιδιοκτησία και μερικοί από τους βασικούς λόγους για τους οποίους συμβαίνει αυτό είναι και φορολογικοί. Η επιχείρηση προτιμά να ενισχύσει έμμεσα το εισόδημα του υπαλλήλου της με μια παροχή σε είδος, καθώς αυτό κοστίζει λιγότερο συγκριτικά με την αύξηση στον μισθό η οποία θα επιβαρυνόταν, όχι μόνο με τον φόρο εισοδήματος αλλά και με τις ασφαλιστικές εισφορές. Οσο για τον ελεύθερο επαγγελματία ή τον επαγγελματία, βρίσκει στη μακροχρόνια μίσθωση μια «πηγή επαγγελματικών δαπανών», που σημαίνει ότι εξασφαλίζει μείωση του φορολογητέου εισοδήματος, άρα και του φόρου που θα αποτυπωθεί στο εκκαθαριστικό.
Το 2025 έκλεισε με περίπου 144.000 πωλήσεις επιβατικών οχημάτων έναντι 137.000 το 2024, ενώ και το 2026 τα στοιχεία του α΄ τριμήνου δείχνουν διατήρηση της ανοδικής πορείας. Σε ετήσιες πωλήσεις περίπου 150.000 οχημάτων, το ποσοστό του 60% παραπέμπει στο ότι τουλάχιστον 90.000 οχήματα πωλούνται κάθε χρόνο με στόχο την ενοικίαση, βραχυχρόνια ή και μακροχρόνια. Το γεγονός ότι οι τεχνολογικές εξελίξεις στην αγορά των αυτοκινήτων είναι ταχύτατες παίζει κομβικό ρόλο, καθώς το να «δεσμευθεί» κάποιος με έναν τύπο οχήματος που σε 3-4 χρόνια μπορεί να θεωρείται ξεπερασμένος (σ.σ.: π.χ. ηλεκτρικό με περιορισμένη αυτονομία το οποίο σε λίγα χρόνια θα αντικατασταθεί από κάποιο με μεγαλύτερη, άρα θα χάσει μεγάλο μέρος της αξίας μεταπώλησης) ενέχει αυξημένο ρίσκο. Προφανώς πρέπει να καταγραφεί και ο παράγοντας «τουρισμός», καθώς η κατακόρυφη αύξηση των επισκεπτών στην ελληνική επικράτεια τα τελευταία χρόνια και τα αλλεπάλληλα ιστορικά ρεκόρ, έχουν αυξήσει τις ανάγκες και για τις μισθώσεις οχημάτων. Ο κατάλογος όμως με τα αίτια περιλαμβάνει και τη φορολογική διάσταση:
1. Οι εταιρείες έχουν τη δυνατότητα να προσφέρουν οχήματα στους υπαλλήλους τους είτε ως «εργαλεία δουλειάς» (tool cars, τα οποία διατίθενται κυρίως σε πωλητές, τεχνικούς, ιατρικούς επισκέπτες κ.ά.) είτε και ως «παροχές σε είδος». Τα tool cars δεν επιφέρουν καμία φορολογική επιβάρυνση για τους εργαζομένους που τα οδηγούν. Οσο για τα υπόλοιπα αυτοκίνητα, μπορεί να προκαλέσουν φορολογική επιβάρυνση, καθώς υπολογίζεται ένα τεκμαρτό εισόδημα το οποίο συνδέεται με την τιμή λιανικής προ φόρων του οχήματος. Ακόμη και σε ένα ακριβό όχημα, όμως, με τιμή λιανικής προ φόρων 18.500 ευρώ (που σημαίνει τιμή λιανικής άνω των 25.000 ευρώ), το τεκμαρτό εισόδημα που προκύπτει είναι περιορισμένο. Με τους συντελεστές υπολογισμού να ξεκινούν από το 4%, στο συγκεκριμένο όχημα μπορεί να καταλογίζεται εισόδημα 1.655 ευρώ για τον εργαζόμενο. Δηλαδή ο τελικός φόρος μπορεί να είναι της τάξεως των 370 έως 650 ευρώ. Αν η εναλλακτική του εργοδότη θα ήταν να κάνει αύξηση στον εργαζόμενο για να μπορέσει αυτός με τη σειρά του να νοικιάσει ένα όχημα (ή να πληρώνει μια δόση για την αγορά του), και η φορολογική επιβάρυνση για τον εργαζόμενο θα ήταν μεγαλύτερη και η επιχείρηση θα επιβαρυνόταν επιπλέον λόγω και των εισφορών, οι οποίες από κοινού για εργοδότη και εργαζόμενο ξεπερνούν το 33%, παρά τις πρόσφατες μειώσεις.
2. Οι επαγγελματίες προχωρούν σε μισθώσεις μέσω εταιρειών μακροχρόνιας μίσθωσης, καθώς ολόκληρο το μίσθωμα αφαιρείται από τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης. Στη λειτουργική μίσθωση, όπως λέγεται χαρακτηριστικά, η επιχείρηση (που μπορεί να είναι ατομική) καταβάλλει ένα μηνιαίο τίμημα το οποίο περιλαμβάνει τη χρήση του οχήματος και όλες τις παρελκόμενες υπηρεσίες (ασφάλεια, service κ.λπ.). Τα μισθώματα αυτά εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης ως λειτουργικά έξοδα. Η δαπάνη αναγνωρίζεται εφόσον πραγματοποιείται προς το συμφέρον της επιχείρησης και συνοδεύεται από νόμιμα παραστατικά. Με δεδομένο ότι παρά τις πρόσφατες μειώσεις οι συντελεστές της κλίμακας φορολογίας εισοδήματος μπορεί να φτάνουν και στο 38%-44%, το φορολογικό όφελος μπορεί να καλύπτει σημαντικό κομμάτι του μηνιαίου μισθώματος για τον επαγγελματία, ο οποίος έχει και το πλεονέκτημα ότι δεν επωμίζεται το όποιο ρίσκο συνοδεύει το να κυκλοφορεί ένα ιδιόκτητο όχημα στους δρόμους.

