Αρθρο του Γιώργου Στούμπου στην «Κ»: Οικονομική ανάπτυξη, η επιμονή που τη σκοτώνει

Αρθρο του Γιώργου Στούμπου στην «Κ»: Οικονομική ανάπτυξη, η επιμονή που τη σκοτώνει

Κατά την περίοδο 2020-2025, η ελληνική κυβέρνηση παρείχε ένα εκτεταμένο πλέγμα επιδοτήσεων και ενισχύσεων προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ), αγρότες και κτηνοτρόφους, αντλώντας πόρους κυρίως από ευρωπαϊκά προγράμματα […]

5' 24" χρόνος ανάγνωσης

Κατά την περίοδο 2020-2025, η ελληνική κυβέρνηση παρείχε ένα εκτεταμένο πλέγμα επιδοτήσεων και ενισχύσεων προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ), αγρότες και κτηνοτρόφους, αντλώντας πόρους κυρίως από ευρωπαϊκά προγράμματα και, δευτερευόντως, από τα δημοσιονομικά πλεονάσματα. Μόνο το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας διοχέτευσε, την περίοδο αυτή, άνω των 21 δισ. ευρώ στις ΜμΕ. Παράλληλα, η Κοινή Αγροτική Πολιτική συνέχισε να στηρίζει άμεσα το εισόδημα περίπου 600.000 αγροτών, με συνολικές πληρωμές που υπερέβησαν τα 3,7-3,8 δισ. ευρώ ετησίως.

Οι πολιτικές αυτές απολαύουν διακομματικής και διαχρονικής στήριξης. Ενόψει των προσεχών εθνικών εκλογών, οι κομματικές διαφοροποιήσεις στους τομείς αυτούς θα εντοπίζονται κυρίως στο εύρος και στο μέγεθος των παροχών. Ο αέναος ανταγωνισμός γαλαντομίας των κομμάτων. Υποσχέσεις για ενίσχυση των ΜμΕ μέσω φορολογικών κινήτρων και χρηματοδοτικών εργαλείων, καθώς και για πιο γενναιόδωρα σχήματα στήριξης εισοδήματος. Δάνεια με ευνοϊκούς όρους για αγρότες και κτηνοτρόφους, επιδοτήσεις εξοπλισμού, φορολογικές ελαφρύνσεις, μείωση του κόστους παραγωγής μέσω επιδοτήσεων ενέργειας και καυσίμων. Η κοινή συνισταμένη είναι σαφής: να διατηρηθούν πεισματικά οι υφιστάμενες δομές, ενώ γνωρίζουμε πολύ καλά ότι είναι παρωχημένες. Είναι προφανές ότι δεν αναφερόμαστε σε μέτρα που σχετίζονται με προγράμματα στήριξης νέων, χαμηλόμισθων και χαμηλοσυνταξιούχων, ομάδων ιδιαιτέρως ευάλωτων στην ακρίβεια, στον πληθωρισμό, στο κόστος ενοικίου ή και αγοράς πρώτης κατοικίας. Η διαφοροποίηση μεταξύ πολιτικών κοινωνικού κράτους και αναπτυξιακής πολιτικής είναι σαφής.

Μια σύντομη ιστορική αναδρομή μπορεί να φανεί χρήσιμη. Η δραστική μείωση των μικρών παραγωγικών μονάδων και η επικράτηση των μεγάλων στις σύγχρονες οικονομίες της αγοράς κατέστη αναγκαία ως φυσική εξέλιξη. Η επέλαση της τεχνολογίας, ιδιαίτερα από τον 19ο αιώνα και μετά, οδήγησε στη συγκέντρωση του κεφαλαίου ως μηχανισμό εξισορρόπησης της γεωμετρικά αυξανόμενης παραγωγής και της αντίστοιχης ζήτησης. Η εξέλιξη αυτή εντατικοποιήθηκε και διευρύνθηκε ιδίως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν οι «οικονομίες πολέμου» μετασχηματίστηκαν σε κοινωνίες κατανάλωσης. Η μικρή κλίμακα παραγωγής στη βιομηχανία, στη μεταποίηση, στο εμπόριο και στη γεωργία έχασε σταδιακά όλα τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα μπροστά στην ανάπτυξη των μεγαλύτερων και παραγωγικότερων μονάδων, οι οποίες πολλαπλασίασαν την παραγωγή και βελτίωσαν την ποιότητα. Στον πυρήνα αυτού του μετασχηματισμού βρίσκεται μια απλή διαχρονική διαπίστωση της οικονομικής θεωρίας: το μέγεθος έχει σημασία (size matters). Από τις πρώιμες παρατηρήσεις του Ανταμ Σμιθ (καταμερισμός της εργασίας και αύξηση της παραγωγικότητας) μέχρι τον Αλφρεντ Μάρσαλ (οικονομίες κλίμακας και μείωση κόστους), αλλά και μέχρι τον Τζον Μέιναρντ Κέινς, ο οποίος επικεντρώνεται περισσότερο στη ζήτηση παρά στην παραγωγή, όλοι θεωρούν αναγκαία την ύπαρξη μεγάλων παραγωγικών μονάδων λόγω χαμηλότερου μέσου κόστους παραγωγής, μεγαλύτερης εξειδίκευσης, καλύτερης ποιότητας προϊόντων, ευκολότερης πρόσβασης σε κεφάλαιο και τεχνολογία. Στοιχεία απαραίτητα για τη βιωσιμότητα μιας σύγχρονης επιχείρησης.

Η εμπειρία ευρωπαϊκών χωρών είναι ενδεικτική. Η Δυτική Γερμανία συνδύασε τη μεταπολεμική της ανάπτυξη με τη στήριξη «πρωταθλητών» της βιομηχανίας της. Η Γαλλία, μέσω του λεγόμενου «ενδεικτικού σχεδιασμού», προώθησε τη συγκέντρωση παραγωγής ανά κλάδο. Η Ιταλία ενίσχυσε την άνοδο μεγάλων βιομηχανικών ομίλων, παράλληλα με δίκτυα μικρότερων επιχειρήσεων ενταγμένων σε ευρύτερες παραγωγικές δομές. Η λογική αυτή δεν περιορίστηκε στις μεγάλες οικονομίες. Μικρότερες ευρωπαϊκές χώρες υιοθέτησαν αντίστοιχες στρατηγικές. Η Ισπανία και η Πορτογαλία, ιδίως μετά την ένταξή τους στην τότε ΕΟΚ το 1986, προχώρησαν σε προγράμματα διαρθρωτικού μετασχηματισμού με στόχο τον εκσυγχρονισμό της βιομηχανίας και του πρωτογενούς τομέα. Οι ευρωπαϊκοί πόροι κατευθύνθηκαν συχνά προς τη συγκέντρωση κεφαλαίου, τη μηχανοποίηση της παραγωγής και τον εξαγωγικό προσανατολισμό. Το ίδιο μοτίβο επαναλήφθηκε, με παραλλαγές, στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη μετά το 1990. Χώρες όπως η Πολωνία, η Ουγγαρία, η Τσεχία και η Σλοβενία πέρασαν γρήγορα από τον κεντρικό σχεδιασμό στην οικονομία της αγοράς, υιοθετώντας την κυρίαρχη ορθοδοξία: η ανταγωνιστικότητα απαιτεί κλίμακα. Οι ξένες άμεσες επενδύσεις διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο, εισάγοντας όχι μόνο κεφάλαια, αλλά και οργανωτικά πρότυπα βασισμένα σε μεγάλες μονάδες ενταγμένες σε παγκόσμιες αλυσίδες παραγωγής. Αντίστοιχο μετασχηματισμό ακολούθησε και ο πρωτογενής τομέας, με την παραγωγή του να εντάσσεται σε πολυεθνικές αλυσίδες μεταποίησης και εμπορίας. Τέτοιου είδους εξελίξεις σηματοδοτούν πολιτική πρόοδο, όχι οικονομικό συντηρητισμό. Οπως επισήμανε ο Αλφρεντ Τσάντλερ, ο μετασχηματισμός αυτός αντικαθιστά το «αόρατο χέρι» της αγοράς με το «ορατό χέρι» της καθοδηγούμενης οικονομικής ανάπτυξης. Αυτό, άλλωστε, δεν είναι το ζητούμενο;

Ενόψει εκλογών, οι κομματικές διαφοροποιήσεις θα εντοπίζονται κυρίως στο εύρος και στο μέγεθος των παροχών προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Η Ελλάδα, δυστυχώς, δεν αποτελεί μια ιδιότυπη εξαίρεση, αλλά μάλλον παράδειγμα ενός αποτυχημένου οικονομικού μοντέλου, και το μέγεθος της αποτυχίας αντανακλάται στο τεράστιο –αναλογικά με το ΑΕΠ– ύψος των επιδοτήσεων που εισέπραξε από τα ευρωπαϊκά ταμεία από το 1981 και μετά. Παρά τη διαρκή εισροή κεφαλαίων, η ελληνική οικονομία παραμένει εξαρτημένη από μικρές, συχνά εσωστρεφείς επιχειρήσεις, με χαμηλή προστιθέμενη αξία και περιορισμένες δυνατότητες τεχνολογικής αναβάθμισης. Αν ο διακηρυγμένος στόχος ήταν ο δομικός μετασχηματισμός της οικονομίας με όρους εκσυγχρονισμού και σύγκλισης με τον μέσο όρο της Ε.Ε., απλώς αποτύχαμε. Τα στοιχεία είναι ενδεικτικά: πάνω από το 95% των επιχειρήσεων είναι πολύ μικρές, με δραστηριότητα που επικεντρώνεται στο εμπόριο, στην εστίαση και στον τουρισμό. Στη μεταποίηση, οι επιχειρήσεις με λιγότερους από 10 εργαζομένους –που αποτελούν και το μεγαλύτερο ποσοστό– ακολουθούν μια σταδιακά φθίνουσα πορεία, ανήμπορες να ανταποκριθούν στον διεθνή ανταγωνισμό. Στον πρωτογενή τομέα, ο έντονος κατακερματισμός παραμένει, με μέσο μέγεθος εκμετάλλευσης πολύ χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, γεγονός που συνεπάγεται μειωμένη παραγωγικότητα, υψηλότερο κόστος και μη ανταγωνιστικές τιμές. Η έλλειψη οργανωμένων και λειτουργικών συνεταιρισμών στερεί και την τελευταία ελπίδα βιωσιμότητας των μικρών καλλιεργητών.

Το κατ’ ευφημισμόν «αναπτυξιακό μοντέλο» της Ελλάδας είναι απότοκο της διαχρονικής εμμονής στη διατήρηση ενός εκτεταμένου πλέγματος επιδοτήσεων, φορολογικών ελαφρύνσεων και ενισχύσεων, που συμβάλλουν στη διαιώνιση ενός παρωχημένου, μη παραγωγικού και μη ανταγωνιστικού παραγωγικού μοντέλου. Το αποτέλεσμα είναι μια οικονομία όπου η μικρή μονάδα κυριαρχεί όχι λόγω αποδοτικότητας, αλλά λόγω θεσμικής, πολιτικής και οικονομικής στήριξης, τη στιγμή που η διεθνής εμπειρία δείχνει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Το ερώτημα που ανακύπτει είναι απλό, αλλά κρίσιμο: γιατί αυτή η επιμονή; Αν η απάντηση είναι το πολιτικό κόστος, τότε το οικονομικό κόστος θα συνεχίσει να συσσωρεύεται. Σε έναν κόσμο που η κλίμακα καθορίζει την ανταγωνιστικότητα, η εμμονή στο μικρό δεν αποτελεί στρατηγική επιλογή, αλλά αυτοκτονικό αυτοπεριορισμό. Και όσο αυτός ο περιορισμός παραμένει, η σύγκλιση με την Ε.Ε. θα απομακρύνεται. Είναι ενδεικτικό ότι η Ελλάδα κατατάσσεται σήμερα στην 26η θέση μεταξύ των 27 χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους ισοδύναμης αγοραστικής δύναμης (PPPs). Η κατάταξη αυτή έχει παραμείνει σε μεγάλο βαθμό στάσιμη από τη δεκαετία του 1980, με εξαίρεση την περίοδο πριν από την ένταξη στο ευρώ το 2001, όταν σημειώθηκε σημαντική σύγκλιση, η οποία ανεστράφη δραματικά μετά το 2010 και την κρίση χρέους.

Να κλείσουμε με μια ρήση του Αλμπερτ Αϊνστάιν: «Παραφροσύνη είναι να κάνεις το ίδιο πράγμα ξανά και ξανά και να περιμένεις διαφορετικά αποτελέσματα».

*Ο κ. Γιώργος Στούμπος διετέλεσε καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και στέλεχος της Τράπεζας της Ελλάδος.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT