Περισσότεροι από 1,1 εκατ. φορολογούμενοι προστέθηκαν μέσα σε μόλις ένα μήνα στη λίστα των οφειλετών του Δημοσίου, ενώ τα νέα ληξιπρόθεσμα χρέη που δημιουργήθηκαν το πρώτο τρίμηνο του έτους άγγιξαν τα 3 δισ. ευρώ. Επί της ουσίας, σε διάστημα ενός μηνός οι οφειλέτες του Δημοσίου αυξήθηκαν κατά 30,3%, με τη φορολογική διοίκηση να κάνει λόγο για συγκυριακό φαινόμενο το οποίο βασίζεται στην πρώτη δόση του ΕΝΦΙΑ που δεν πλήρωσαν κάποιοι από τους υπόχρεους (το 32,5% δεν πλήρωσε τον ΕΝΦΙΑ) προκειμένου να τον ρυθμίσουν σε περισσότερες δόσεις.
Σε κάθε περίπτωση, τα στοιχεία της φορολογικής διοίκησης αποτυπώνουν τη βαθιά οικονομική πίεση που βιώνουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις, καθώς η ακρίβεια, οι χαμηλοί μισθοί και το αυξημένο κόστος διαβίωσης οδηγούν ολοένα και περισσότερους πολίτες σε αδυναμία πληρωμής φόρων και υποχρεώσεων προς την εφορία.
Οπως προκύπτει από τα στατιστικά στοιχεία της ΑΑΔΕ, ο αριθμός των οφειλετών αυξήθηκε από 3.681.752 σε 4.797.755 μέσα σε διάστημα ενός μηνός, γεγονός που αποτυπώνει τη διεύρυνση του προβλήματος, ακόμη κι αν πρόκειται για παροδικό φαινόμενο. Την ίδια ώρα, τα νέα χρέη προς το Δημόσιο έφθασαν τα 3 δισ. ευρώ στο πρώτο τρίμηνο του έτους, αυξημένα κατά 900 εκατ. ευρώ σε σχέση με το πρώτο δίμηνο. Από αυτά, τα 2,8 δισ. ευρώ αφορούν απλήρωτους φόρους φυσικών προσώπων και επιχειρήσεων, ενώ το υπόλοιπο ποσό προέρχεται από μη φορολογικά έσοδα.
Η καθημερινή οικονομική ασφυξία αναγκάζει πολλούς φορολογουμένους να μεταθέτουν τις υποχρεώσεις προς την εφορία. Προτεραιότητα πλέον αποτελούν οι βασικές ανάγκες, όπως η αγορά τροφίμων, οι λογαριασμοί ενέργειας, το ενοίκιο και οι δόσεις στεγαστικών ή καταναλωτικών δανείων. Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον συνεχών ανατιμήσεων, η εξόφληση φόρων γίνεται συχνά η τελευταία οικονομική υποχρέωση που επιχειρούν να καλύψουν τα νοικοκυριά.
Το συνολικό ληξιπρόθεσμο χρέος προς την εφορία, παλαιό και νέο, ανέρχεται πλέον στα 114,5 δισ. ευρώ. Ωστόσο, από αυτό το ποσό τα 35,26 δισ. ευρώ χαρακτηρίζονται ανεπίδεκτα είσπραξης, με αποτέλεσμα το πραγματικό εισπράξιμο χρέος να διαμορφώνεται στα 79,25 δισ. ευρώ.
Η κατανομή των οφειλών δείχνει ότι τα φυσικά πρόσωπα συγκεντρώνουν το 38,01% του συνολικού χρέους, δηλαδή περίπου 43,5 δισ. ευρώ, ενώ τα νομικά πρόσωπα κατέχουν το μεγαλύτερο ποσοστό με 61,9% ή 70,9 δισ. ευρώ. Στις μικρές οφειλές κυριαρχούν κυρίως τα φυσικά πρόσωπα, καθώς σχεδόν το 98% των χρεών κάτω των 50 ευρώ και το 88% των οφειλών έως 10.000 ευρώ προέρχονται από ιδιώτες. Αντιθέτως, όσο αυξάνεται το ύψος της οφειλής τόσο μεγαλύτερη γίνεται η συμμετοχή των επιχειρήσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις οφειλές άνω του ενός εκατ. ευρώ, πάνω από το 70% του χρέους αφορά νομικά πρόσωπα.
Παράλληλα, περιορισμένη παραμένει η ένταξη των οφειλετών σε ρυθμίσεις αποπληρωμής. Μόλις το 6,65% του πραγματικού ληξιπρόθεσμου χρέους βρίσκεται σήμερα σε καθεστώς ρύθμισης, ποσοστό που αντιστοιχεί σε 5,26 δισ. ευρώ. Το μεγαλύτερο ποσοστό ρυθμισμένων οφειλών εντοπίζεται στις οφειλές από 10.000 έως 100.000 ευρώ, ενώ ειδικά στην κατηγορία 20.001 έως 50.000 ευρώ, σχεδόν δύο στους δέκα οφειλέτες έχουν ενταχθεί σε ρύθμιση.

