Αρθρο της Αγάπης Σμπώκου στην «Κ»: Ο νέος κύκλος του ελληνικού τουρισμού

Αρθρο της Αγάπης Σμπώκου στην «Κ»: Ο νέος κύκλος του ελληνικού τουρισμού

Αν υπάρχει ένα πεδίο στο οποίο η Ελλάδα έχει ήδη αποδείξει τη δυναμική της, αυτό είναι ο τουρισμός

5' 12" χρόνος ανάγνωσης

Αν υπάρχει ένα πεδίο στο οποίο η Ελλάδα έχει ήδη αποδείξει τη δυναμική της, αυτό είναι ο τουρισμός. Στήριξε την οικονομία, δημιούργησε εισόδημα, κράτησε ζωντανές τοπικές κοινωνίες, έδωσε ευκαιρίες σε ανθρώπους και ενίσχυσε τη διεθνή εικόνα της χώρας, με ένα αφήγημα που έχει βάθος και δημιουργεί συναισθηματική σύνδεση.

Και ακριβώς επειδή ξεκινάμε από ψηλά, η επόμενη ημέρα δεν μπορεί να είναι απλή επανάληψη της προηγούμενης. Η τεχνολογία αλλάζει τους κανόνες του παιχνιδιού. Οι πιέσεις στους προορισμούς μεγαλώνουν. Η κοινωνική αποδοχή παραμένει ισχυρή, αλλά δεν είναι «λευκή επιταγή». Υπάρχει υπερηφάνεια, αλλά και κόπωση: από στρεβλώσεις, υπερσυγκέντρωση, πίεση σε υποδομές, ελλείψεις σε ανθρώπους και δεξιότητες.

Δεν αρκεί πια να μετράμε την επιτυχία με αριθμούς. Η επόμενη πρόκληση είναι πιο σύνθετη: πώς ο τουρισμός θα συνεχίσει να εξελίσσεται με περισσότερη γνώση, μεγαλύτερη αντοχή και ουσιαστικότερη διάχυση της αξίας. Με ισορροπία, πιο ώριμους προορισμούς, τους ανθρώπους στο επίκεντρο και μια κοινωνία που αισθάνεται ότι κερδίζει μαζί του.

Ο,τι έχουμε καταφέρει, δεν προέκυψε τυχαία. Χτίστηκε σταδιακά. Με σχέδιο, επενδύσεις, συνεργασίες και δύσκολες αποφάσεις. Περνώντας μέσα από κρίσεις που δοκίμασαν και τελικά δυνάμωσαν τον τομέα. Η ανθεκτικότητα είναι κεντρικό κομμάτι της ταυτότητάς μας.

Σήμερα όμως καλούμαστε να αποδείξουμε κάτι εξίσου δύσκολο. Οτι μπορούμε να περάσουμε σε έναν νέο κύκλο ωριμότητας, με καθαρότερη κατεύθυνση και υψηλότερη αξία. Η ωρίμανση δεν σημαίνει χαμηλότερη φιλοδοξία. Σημαίνει καλύτερο προσανατολισμό.

Το ζητούμενο αυτό δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Σε παγκόσμιο επίπεδο, ο τουρισμός περνάει σε μια φάση αναδιάρθρωσης. Η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, που δοκιμάζει τις αντοχές των προορισμών, η έμφαση στην ποιότητα της εμπειρίας και η αξιοποίηση των ψηφιακών δεδομένων και της τεχνητής νοημοσύνης, που μεταβάλλουν ριζικά τον τρόπο που σχεδιάζουμε και επιλέγουμε το ταξίδι, καθορίζουν ήδη ποιοι προορισμοί θα κερδίσουν και ποιοι θα μείνουν πίσω.

Σε αυτό το περιβάλλον, η επιτυχία του χθες δεν αποτελεί εγγύηση για το αύριο. Ο εφησυχασμός μπορεί να αναδειχθεί στον πιο ύπουλο κίνδυνο. Δεν μπορούμε να λειτουργούμε, θεωρώντας ότι η ζήτηση για την Ελλάδα είναι δεδομένη και ανεξάντλητη. Στον τουρισμό, ό,τι μένει στάσιμο, αργά ή γρήγορα φθείρεται.

Οταν οι πιέσεις αυξάνονται και οι ισορροπίες αλλάζουν, χρειάζεται μια σταθερά. Για εμένα, αυτή η σταθερά είναι ο σεβασμός. Οχι ως ευγένεια, αλλά ως αρχή, που λειτουργεί βιωματικά. Σεβασμός προς τους τόπους που φιλοξενούν τον τουρισμό, προς τις υποδομές και τις κοινωνίες που ζουν μαζί του. Και σεβασμός προς τους ανθρώπους του, επιχειρηματίες, εργαζομένους, μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις που για δεκαετίες κρατούν ζωντανή την ελληνική φιλοξενία.

Με αυτά τα δεδομένα, η δημόσια συζήτηση για τον τουρισμό οφείλει να είναι απαιτητική και δίκαιη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η συζήτηση για το χωροταξικό μπορεί και πρέπει να γίνει με όρους ουσίας, ως αναγκαία συνθήκη για έναν τουρισμό που σέβεται τους τόπους, τους ανθρώπους και τις αντοχές τους. Η ολοκλήρωση του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τον Τουρισμό αποτελεί βασική προϋπόθεση για έναν κλάδο που θέλει να αναπτύσσεται με κανόνες, ισορροπία και προοπτική. Θέτει το πλαίσιο ώστε η ανάπτυξη να γίνεται με μέτρο, με προστασία του φυσικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος και με ουσιαστική στήριξη της περιφέρειας και των νησιωτικών περιοχών. Κυρίως προσφέρει καθαρή κατεύθυνση σε έναν τομέα που δεν αντέχει πια την ασάφεια. Ο διάλογος για ένα τόσο κομβικό ζήτημα πρέπει να γίνει με ειλικρίνεια. Να ακουστούν όλες οι φωνές, χωρίς προκαταλήψεις, και να αποτυπωθούν οι διαφωνίες, όχι ως πεδία ρήξης, αλλά ως αναγκαία στοιχεία μιας ώριμης δημόσιας συζήτησης.

Ο τουρισμός χρειάζεται κανόνες, σχεδιασμό και αυτογνωσία. Γι’ αυτό η συζήτηση πρέπει να μετακινηθεί από την αύξηση της ζήτησης, τις περισσότερες αφίξεις, τα περισσότερα έσοδα. Αυτά παραμένουν κρίσιμα, δεν είναι όμως αρκετά. Αν θέλουμε να μιλήσουμε σοβαρά για ποιοτικό τουρισμό, πρέπει να μιλήσουμε για προορισμούς που λειτουργούν. Για υποδομές που αντέχουν στον χρόνο και στην πίεση. Για δεδομένα που επιτρέπουν καλύτερη διαχείριση ροών και πόρων, για καθαρούς κανόνες στη βραχυχρόνια μίσθωση, για φέρουσα ικανότητα ως εργαλείο πολιτικής. Για νερό, ενέργεια, απορρίμματα, υγεία, προσβασιμότητα, δηλαδή για την καθημερινότητα των κατοίκων και την αξιοπιστία της υπόσχεσης που δίνουμε στον επισκέπτη.

Η επόμενη ημέρα του ελληνικού τουρισμού θέλει σχέδιο, συνέργειες και συνέπεια. Αυτή είναι η ωριμότητα που μας ζητείται.

Η ποιότητα δεν είναι αισθητική. Είναι σύστημα. Είναι διαδικασίες, συνέπεια, αντοχή. Εκεί κρίνεται, τελικά, αν ένα brand είναι μια πραγματική εμπειρία που αξίζει να επαναλαμβάνεται.

Το ίδιο ισχύει και για το ανθρώπινο κεφάλαιο. Ο τουρισμός δικαιούται να ζητάει ταλέντο, αλλά οφείλει να προσφέρει και προοπτική. Η ποιοτική φιλοξενία χρειάζεται ανθρώπους με δεξιότητες και δυνατότητα εξέλιξης. Σε μια εποχή όπου πολλά αυτοματοποιούνται, η ανθρώπινη επαφή γίνεται ακόμη πιο πολύτιμη. Η ελληνική φιλοξενία δεν είναι νοσταλγία. Είναι παραγωγικό πλεονέκτημα, όταν συνδυάζεται με επαγγελματισμό, τεχνολογία και σύγχρονες δεξιότητες.

Χρειαζόμαστε νέους που βλέπουν στον τουρισμό επιλογή ζωής, όχι αναγκαστική εποχική λύση. Χρειαζόμαστε γυναίκες, μικρομεσαίους επιχειρηματίες, οικογενειακές επιχειρήσεις. Αυτή είναι η δημοκρατικότητα του τουρισμού. Ανοίγει ευκαιρίες, διαχέει εισόδημα, συνδέει διαφορετικούς ανθρώπους γύρω από έναν κοινό τόπο και σκοπό.

Αυτό που κάνει την Ελλάδα ισχυρή δεν είναι ότι είναι ένα προϊόν. Η δύναμή μας βρίσκεται στην ποικιλία των προορισμών, των εποχών και των τοπίων, αλλά και στον πολιτισμό, στη γαστρονομία, στη φύση, στην αρχιτεκτονική, στον τρόπο ζωής και στην ανθρώπινη επαφή. Αν συμπιέσουμε αυτή την ποικιλομορφία σε ένα στενό μοντέλο μαζικής κατανάλωσης, θα αποδυναμώσουμε ακριβώς αυτό που μας κάνει ανταγωνιστικούς.

Το brand της Ελλάδας δεν είναι ένα διαφημιστικό περιτύλιγμα. Είναι υποδομή εμπιστοσύνης και η εικόνα της πρέπει μεν να πατάει στην ομορφιά της, αλλά να πηγαίνει και πιο βαθιά. Να στηρίζεται σε προορισμούς που λειτουργούν σωστά και σε εμπειρίες που επιβεβαιώνουν αυτό που υπόσχονται, μια Ελλάδα σύγχρονη, αυθεντική, ποιοτική, δημιουργική, πολυδιάστατη.

Σε αυτή τη νέα περίοδο, ο ΣΕΤΕ καλείται να λειτουργήσει ως θεσμικός επιταχυντής και κόμβος στρατηγικής, γνώσης και συντονισμένης δράσης, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών και σε έναν ώριμο, τεκμηριωμένο δημόσιο λόγο για τον τουρισμό.

Η επόμενη ημέρα του ελληνικού τουρισμού θέλει σχέδιο, συνέργειες και συνέπεια. Αυτή είναι η ωριμότητα που μας ζητείται. Να προστατεύσουμε το φυσικό και πολιτιστικό απόθεμα, την αυθεντικότητα της εμπειρίας και τη διαφορετικότητα των τόπων μας, δίνοντας ταυτόχρονα στον τουρισμό τα εργαλεία για να σταθεί στην επόμενη εποχή, με ανθεκτικότητα, μέτρο, ποιότητα και μεγαλύτερη ανταποδοτικότητα για τις κοινωνίες που τον σηκώνουν.

Η επόμενη φάση του ελληνικού τουρισμού δεν θα κριθεί από το αν θα συνεχίσουμε να είμαστε ελκυστικοί. Θα κριθεί από το αν θα έχουμε την πειθαρχία, τη σοβαρότητα και το θάρρος να προστατεύσουμε εγκαίρως την ίδια την επιτυχία μας.

*Η κ. Αγάπη Σμπώκου είναι διευθύνουσα σύμβουλος της PHAEA.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT