Αρθρο του Μανώλη Παναγιωτάκη στην «Κ»: Συμφέρει η απολιγνιτοποίηση;

Αρθρο του Μανώλη Παναγιωτάκη στην «Κ»: Συμφέρει η απολιγνιτοποίηση;

Η νέα μεγάλη κρίση στο ενεργειακό από τον πόλεμο των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν έφερε για μία ακόμη φορά στην επιφάνεια το θέμα της πρόωρης απολιγνιτοποίησης

4' 3" χρόνος ανάγνωσης

Η νέα μεγάλη κρίση στο ενεργειακό από τον πόλεμο των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν έφερε για μία ακόμη φορά στην επιφάνεια το θέμα της πρόωρης απολιγνιτοποίησης.

Η συζήτηση αναζωπυρώθηκε από την αποκάλυψη στη Βουλή ότι ο υφυπουργός κ. Τσάφος ζήτησε από τη ΔΕΗ να τερματίσει οριστικά τη λειτουργία των λιγνιτικών σταθμών μέχρι τον Σεπτέμβριο, και μάλιστα με τρόπο που θα καθιστά την επαναλειτουργία τους ανέφικτη.

Για να διασκεδάσει τις ανησυχίες ο κ. Τσάφος με άρθρο του στην «Καθημερινή» της προηγούμενης Κυριακής επιχείρησε να εξηγήσει την αναγκαιότητα της απολιγνιτοποίησης, η οποία κατά τον ίδιο δεν ήταν πολιτική επιλογή αλλά γίνεται για λόγους οικονομικούς και τεχνολογικούς.

Βεβαίως αντί αρθρογραφίας πιο έγκυρο και πειστικό θα ήταν να δώσει το υπουργείο στη δημοσιότητα τη μελέτη-εισήγηση των αρμόδιων υπηρεσιών στην οποία βασίστηκε η εξαγγελία-απόφαση του πρωθυπουργού τον Σεπτέμβριο του 2019 για τερματισμό της λιγνιτικής παραγωγής το 2028. Γιατί δεν το κάνει; Μα γιατί ούτε μελέτη ούτε εισήγηση υπήρξε! Οπως δεν υπήρξε προηγουμένως ο παραμικρός δημόσιος διάλογος για ένα τόσο σοβαρό, στρατηγικής σημασία θέμα, με σοβαρές οικονομικές και όχι μόνο επιπτώσεις για τη χώρα.

Βασικό επιχείρημα του κ. Τσάφου είναι ότι η λιγνιτική παραγωγή μειώνεται σταθερά εδώ και αρκετά χρόνια. Κανείς ωστόσο δεν λέει το αντίθετο.

Με την ανάπτυξη της τεχνολογίας των ΑΠΕ, οι οποίες είναι πλέον ανταγωνιστικές, όχι μόνο η λιγνιτική αλλά γενικά η θερμική παραγωγή (πυρηνική, φυσικού αερίου) μειώνεται. Αυτό είναι νομοτέλεια.

Οπως νομοτέλεια είναι η πλήρης κατάργηση της θερμικής παραγωγής όταν η εξέλιξη της τεχνολογίας θα καταστήσει την αποθήκευση της ηλεκτρικής ενέργειας οικονομικά συμφέρουσα. Η Ε.Ε. έχει θέσει αυτόν τον στόχο για το 2050.

Το ζήτημα εν προκειμένω το οποίο αποφεύγει να αναφέρει ο κ. Τσάφος είναι ότι με την πρόωρη απολιγνιτοποίηση, τη θέση της αναγκαίας, όταν δεν υπάρχει ηλιοφάνεια ή άνεμος, λιγνιτικής παραγωγής δεν την καταλαμβάνουν οι ΑΠΕ αλλά το εισαγόμενο φυσικό αέριο με δυσμενείς επιπτώσεις για τη χώρα, όπως:

– Επιβάρυνση του εμπορικού ισοζυγίου (πλέον των 2,5 δισ. από το 2020).

– Εκθεση της χώρας σε εξωγενείς μη ελεγχόμενους παράγοντες όπως οι διακυμάνσεις των διεθνών τιμών και οι κρίσεις επάρκειας με κίνδυνο για την ασφάλεια εφοδιασμού.

Οι αρμόδιοι κυβερνητικοί παράγοντες οφείλουν να αναθεωρήσουν την ενεργειακή πολιτική με τη μέγιστη εφικτή αξιοποίηση του εγχώ- ριου λιγνίτη.

– Ακρίβεια ηλεκτρικής ενέργειας καθώς η χονδρική τιμή διαμορφώνεται στο χρηματιστήριο από τις μονάδες φυσικού αερίου.

– Μαρασμός και ανεργία στη Δυτική Μακεδονία.

Από το 2020 μέχρι σήμερα ανεγείρονται 4 νέοι σταθμοί φυσικού αερίου, μοναδικό φαινόμενο στην Ευρώπη, και έτσι η συνολική παραγωγική ισχύς από φυσικό αέριο θα ξεπεράσει τελικά τα 7.500 MW, ισχύς που ισοδυναμεί με το 80% της μέγιστης ζήτησης. Καμία λογική για τις ανάγκες του συστήματος. Αρκετές μονάδες θα υπολειτουργούν ή θα αποσυρθούν πρόωρα. Για τις άλλες, τις νεότερες, προκειμένου να αποσβεστούν, οι ιδιοκτήτες τους θα επιδιώκουν μέσω του χρηματιστηρίου τις μέγιστες αποζημιώσεις με αύξηση της χονδρικής τιμής με συνέπεια την ακρίβεια.

Το δεύτερο επιχείρημα για την απολιγνιτοποίηση είναι ότι η λιγνιτική παραγωγή είναι αντιοικονομική λόγω του φτωχού (σε θερμογόνο δύναμη) ελληνικού λιγνίτη, των αυξημένων τιμών των δικαιωμάτων CO2, και της παλαιότητας των μονάδων παραγωγής. Παλαιά η Πτολεμαΐδα 5, η πλέον σύγχρονη πανευρωπαϊκά λιγνιτική μονάδα; Ο ΑΗΣ Μελίτης που λειτούργησε το 2003; Η 5η μονάδα του ΑΗΣ Αγ. Δημητρίου;

Οσο για το εάν συμφέρει οικονομικά η λιγνιτική παραγωγή, η σύγκριση πρέπει να γίνει με την παραγωγή από φυσικό αέριο που την υποκαθιστά, κάτι που αποφεύγει να κάνει ο κ. Τσάφος. Λοιπόν, η λιγνιτική παραγωγή είναι φθηνότερη όταν οι τιμές του φυσικού αερίου είναι υψηλότερες από 35-40 ευρώ ανά θερμική μεγαβατώρα και με τιμή δικαιωμάτων CO2 της τάξης των 75 ευρώ ανά τόνο, που σημαίνει πραγματικό κόστος περίπου 50 ευρώ λόγω του συστήματος hedging που έχει εισαχθεί στη ΔΕΗ από το 2018. Δεδομένου του ότι οι τιμές του φ.α. από το 2020 ήταν κατά κανόνα πολύ υψηλότερες, ακόμη και υπερδιπλάσιες και οι προβλέψεις για το μέλλον δυσοίωνες, το επιχείρημα της μη οικονομικότητας είναι αβάσιμο.

Ειδικότερα σε ό,τι αφορά την Πτολεμαΐδα 5, η οποία μπορεί να καλύψει πλέον του 6% της ετήσιας ζήτησης, σύμφωνα με μελέτη του ΕΜΠ, εάν το 2022 λειτουργούσε κανονικά, με τις τότε τιμές του φ.α. στα ύψη, η δαπάνη για τη συνολική παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας θα ήταν μειωμένη κατά 1,2 δισ. ευρώ.

Ολα τα ανωτέρω θα έπρεπε να είχαν μελετηθεί και συνυπολογιστεί πριν ληφθεί η όποια απόφαση για το ενεργειακό μέλλον της χώρας. Η απόφαση-κεραυνός εν αιθρία για τον ξαφνικό θάνατο του λιγνίτη ήταν πολιτική επιλογή ευθυγραμμισμένη με τα συμφέροντα που σχετίζονται με το φυσικό αέριο.

Αντί λοιπόν οι αρμόδιοι κυβερνητικοί παράγοντες να προσπαθούν να δικαιολογούν τα αδικαιολόγητα, το συμφέρον της χώρας επιτάσσει να αναθεωρήσουν την ενεργειακή πολιτική με τη μέγιστη εφικτή αξιοποίηση του εγχώριου λιγνίτη. Εξάλλου με την εφικτή σήμερα αλλά και μετά το 2030 λιγνιτική παραγωγή δεν διαταράσσεται η πράσινη μετάβαση καθώς οι εκπομπές CO2 θα είναι και με το παραπάνω εντός των αυστηρών ορίων της Ε.Ε.

*Ο κ. Μανώλης Παναγιωτάκης είναι πρώην πρόεδρος της ΔΕΗ.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT