Η ελληνική φαρμακοβιομηχανία δεν αποτελεί απλώς έναν δυναμικό κλάδο της οικονομίας, αλλά έναν εθνικό πυλώνα ανθεκτικότητας και στρατηγικής αυτονομίας, όπως υπογραμμίζει στη συνέντευξή του ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ενωσης Φαρμακοβιομηχανίας (ΠΕΦ), Θεόδωρος Τρύφων. Με ένα επενδυτικό πλάνο που ξεπερνάει το 1,8 δισ. ευρώ έως το 2028, η εγχώρια παραγωγή μετασχηματίζεται ριζικά, δρομολογώντας 10 νέες μονάδες και 14 ερευνητικές δομές. Ο Θ. Τρύφων τονίζει τον κομβικό ρόλο της Ελλάδας, η οποία καλύπτει σήμερα τις ανάγκες 8 εκατομμυρίων Ελλήνων και άνω των 40 εκατομμυρίων Ευρωπαίων ασθενών, αντιπροσωπεύοντας το 12% της συνολικής παραγωγικής ικανότητας της Γηραιάς Ηπείρου. Ωστόσο παρά το γεγονός ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις εξάγουν σε 147 χώρες και πρωτοστατούν στο «brain regain», ο κλάδος βρίσκεται αντιμέτωπος με το διαχρονικό «βαρίδι» του clawback. «Στόχος είναι μια χώρα που παράγει, καινοτομεί και εξάγει», σημειώνει μιλώντας στην «Καθημερινή», εξηγώντας πως η Ελλάδα μπορεί να μετεξελιχθεί σε έναν αξιόπιστο παραγωγικό κόμβο που θα εγγυηθεί τη φαρμακευτική επάρκεια και της Ευρώπης έναντι τρίτων χωρών. Για τον ίδιο, η επένδυση στην εγχώρια παραγωγή και το υψηλά εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό δεν είναι απλώς επιχειρηματική επιλογή, αλλά η αναγκαία συνθήκη για ένα βιώσιμο εθνικό κεφάλαιο.
– Σε τι φάση βρίσκεται σήμερα η ελληνική φαρμακοβιομηχανία ή αν θέλετε ποιο είναι το αποτύπωμά της στην ελληνική οικονομία αλλά και στην Ευρώπη;
– Η ελληνική φαρμακοβιομηχανία αποτελεί έναν από τους πλέον δυναμικούς, εξωστρεφείς και παραγωγικά ώριμους κλάδους της εθνικής οικονομίας. Η συμβολή της είναι πολυδιάστατη: ενισχύει τη δημόσια υγεία, δημιουργεί θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης και λειτουργεί ως πυλώνας για την αύξηση της παραγωγής και του ΑΕΠ. Επομένως προφανώς και πρόκειται για έναν στρατηγικό τομέα, άμεσα συνδεδεμένο με την υγεία των πολιτών, την οικονομική ανάπτυξη και την εθνική ανθεκτικότητα. Για να γίνει καλύτερα αντιληπτό αρκεί να αναφέρω πως σήμερα που μιλάμε η ελληνική φαρμακοβιομηχανία καλύπτει τις φαρμακευτικές ανάγκες περίπου 8 εκατομμυρίων Ελλήνων ασθενών και άνω των 40 εκατομμυρίων ασθενών στην Ευρώπη, αντιπροσωπεύοντας το 12% της συνολικής παραγωγικής δυνατότητας φαρμάκων στην Ευρώπη. Οι επιχειρήσεις του κλάδου διαθέτουν σύγχρονες παραγωγικές εγκαταστάσεις, υψηλού επιπέδου τεχνογνωσία και έντονη εξαγωγική δραστηριότητα, με παρουσία σε περισσότερες από 147 χώρες. Αντιλαμβάνεστε λοιπόν πως το αποτύπωμά της είναι σημαντικότατο.
Σήμερα, η ελληνική φαρμακοβιομηχανία καλύπτει τις φαρμακευτικές ανάγκες περίπου 8 εκατομμυρίων Ελλήνων ασθενών και άνω των 40 εκατομμυρίων ασθενών στην Ευρώπη, αντιπροσωπεύοντας το 12% της συνολικής παραγωγικής δυνατότητας φαρμάκων στην Ευρώπη. Οι επιχειρήσεις του κλάδου διαθέτουν σύγχρονες παραγωγικές εγκαταστάσεις, υψηλού επιπέδου τεχνογνωσία και έντονη εξαγωγική δραστηριότητα, με παρουσία σε περισσότερες από 147 χώρες.
– Ποιες επενδύσεις υλοποιούνται αυτή την περίοδο ή έχουν δρομολογηθεί;
– Στην τρέχουσα συγκυρία υλοποιείται ένα εκτεταμένο επενδυτικό πρόγραμμα ύψους άνω του 1,8 δισ. ευρώ με ορίζοντα το 2028, το οποίο περιλαμβάνει, πέραν της αναβάθμισης υφιστάμενων εγκαταστάσεων, την ανέγερση 10 νέων παραγωγικών μονάδων, τη δημιουργία 14 ερευνητικών δομών, καθώς και την υλοποίηση σημαντικών έργων ψηφιακού μετασχηματισμού. Επιπλέον, στις επενδύσεις αυτές περιλαμβάνονται η ανάπτυξη και η παραγωγή δραστικών πρώτων υλών χημικής προέλευσης –για πρώτη φορά στη χώρα– με στόχο την παραγωγή φαρμάκων υψηλής δραστικότητας, όπως ογκολογικών, αλλά και η παραγωγή βιοτεχνολογικών φαρμάκων. Οι επενδύσεις αυτές έχουν άμεσο θετικό αντίκτυπο στο ΑΕΠ, δημιουργούν χιλιάδες θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης και επιτρέπουν στη χώρα να καλύπτει έως και το 70% των φαρμακευτικών αναγκών της σε πολύ βασικές θεραπευτικές κατηγορίες με φάρμακα ελληνικής παραγωγής. Με αυτόν τον τρόπο η Ελλάδα επενδύει με συνέπεια στην παραγωγική της αυτάρκεια, ιδίως σε έναν κρίσιμο τομέα όπως το φάρμακο, με στόχο μια οικονομία που παράγει, καινοτομεί και εξάγει. Παράλληλα δημιουργούνται οι προϋποθέσεις ώστε η χώρα να ενισχύσει έτι περαιτέρω τον ρόλο της, ως αξιόπιστου παραγωγικού κόμβου φαρμακοβιομηχανίας στην Ευρώπη.

– Πώς επηρεάζεται η ελληνική αλλά και η ευρωπαϊκή φαρμακευτική επάρκεια και ποιος μπορεί, σε αυτό το περιβάλλον, να είναι ο ρόλος της ελληνικής φαρμακοβιομηχανίας;
– Οι διεθνείς εξελίξεις των τελευταίων ετών κατέδειξαν με τον πλέον σαφή τρόπο ότι η Ευρώπη έχει ανάγκη από στρατηγική αυτονομία στον τομέα της φαρμακευτικής περίθαλψης. Η εξάρτηση από τρίτες χώρες για την προμήθεια δραστικών ουσιών και κρίσιμων φαρμάκων ανέδειξε τις αδυναμίες των εφοδιαστικών αλυσίδων και την ανάγκη επανασχεδιασμού της βιομηχανικής πολιτικής. Η Ευρωπαϊκή Ενωση κινείται πλέον προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγικής βάσης, της δημιουργίας ανθεκτικών αλυσίδων εφοδιασμού και της ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας της. Στο πλαίσιο αυτό, η φαρμακοβιομηχανία αποκτά κομβικό ρόλο, καθώς συνδέεται άμεσα με τη δημόσια υγεία και την κοινωνική συνοχή. Η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να είναι μέρος της λύσης. Με ισχυρή παραγωγική υποδομή, αποδεδειγμένη εξαγωγική ικανότητα και ανθρώπινο δυναμικό υψηλής κατάρτισης, η χώρα έχει τη δυνατότητα να συμβάλει ουσιαστικά στη διασφάλιση της φαρμακευτικής επάρκειας της Ευρώπης. Παράλληλα αναδεικνύεται σε παραγωγικό κόμβο φαρμακοβιομηχανίας στην ευρωπαϊκή περιφέρεια, ενισχύοντας τη στρατηγική αυτονομία και τη σταθερότητα των συστημάτων υγείας.
– Ποιες είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις για τον κλάδο; Για παράδειγμα, πώς επηρεάζει τη φαρμακοβιομηχανία η ακριβότερη ενέργεια και πώς το ρυθμιστικό και κανονιστικό πλαίσιο; Και, επιπλέον, υφίσταται ακόμη το χρηματοδοτικό κενό που μας κληροδότησε η κρίση χρέους και τα μνημόνια;
– Παρά τη δυναμική και τις σημαντικές προοπτικές της, η ελληνική φαρμακοβιομηχανία εξακολουθεί να λειτουργεί σε ένα περιβάλλον με διαρθρωτικές προκλήσεις, οι οποίες επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα και τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων. Κεντρικό ζήτημα αποτελεί το διαχρονικό χρηματοδοτικό κενό στη δημόσια φαρμακευτική δαπάνη, το οποίο προσεγγίζει το 1,5 δισ. ευρώ και μετακυλίεται σε σημαντικό βαθμό στις επιχειρήσεις μέσω του μηχανισμού των υποχρεωτικών επιστροφών. Η αντιμετώπιση χρόνιων στρεβλώσεων, όπως το clawback, συνιστά βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση της επενδυτικής δυναμικής του κλάδου. Παράλληλα, το αυξημένο ενεργειακό κόστος, οι εντεινόμενες κανονιστικές απαιτήσεις και η διοικητική πολυπλοκότητα επιβαρύνουν το λειτουργικό περιβάλλον των επιχειρήσεων, περιορίζοντας τη δυνατότητα μακροπρόθεσμου σχεδιασμού. Οι συνθήκες αυτές επηρεάζουν ιδίως τη διαθεσιμότητα οικονομικών φαρμάκων, τα οποία αποτελούν βασικό πυλώνα βιωσιμότητας του συστήματος υγείας. Η συζήτηση αυτή έχει ήδη ξεκινήσει στην Ευρώπη, με πολλά έτη καθυστέρησης, έτσι ώστε να αρθούν σημαντικά αντικίνητρα και επιβαρύνσεις που έχουν οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες. Κάτι που τις καθιστά λιγότερο ανταγωνιστικές σε σχέση με τις αντίστοιχες βιομηχανίες Κίνας, Ινδίας και ΗΠΑ. Στο πλαίσιο αυτό είναι επιτακτική η ανάγκη διαμόρφωσης ενός σταθερού, προβλέψιμου και αναπτυξιακά ευνοϊκού θεσμικού περιβάλλοντος. Η ενίσχυση της δημόσιας χρηματοδότησης, η σταδιακή αποκλιμάκωση των επιστροφών και η αξιοποίηση σύγχρονων ψηφιακών εργαλείων για τον έλεγχο της δαπάνης αποτελούν κρίσιμες παρεμβάσεις για τη διασφάλιση της βιώσιμης ανάπτυξης του κλάδου. Η επίλυση των προκλήσεων αυτών δεν αφορά μόνο τη βιομηχανία, αλλά συνδέεται άμεσα με τη δυνατότητα της χώρας να διασφαλίσει την επάρκεια, την ποιότητα και την προσβασιμότητα των φαρμακευτικών θεραπειών για τους πολίτες.
Η ελληνική φαρμακοβιομηχανία εξακολουθεί να λειτουργεί σε ένα περιβάλλον με διαρθρωτικές προκλήσεις, οι οποίες επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα και τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων. Κεντρικό ζήτημα αποτελεί το διαχρονικό χρηματοδοτικό κενό στη δημόσια φαρμακευτική δαπάνη, το οποίο προσεγγίζει το 1,5 δισ. ευρώ και μετακυλίεται σε σημαντικό βαθμό στις επιχειρήσεις μέσω του μηχανισμού των υποχρεωτικών επιστροφών. Η αντιμετώπιση χρόνιων στρεβλώσεων, όπως το clawback, συνιστά βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση της επενδυτικής δυναμικής του κλάδου.
– Ακούμε συχνά για τη συμβολή της φαρμακοβιομηχανίας στην εκπαίδευση. Πόσο σημαντική είναι η επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό;
– Η παραγωγικότητα κάθε κλάδου εξαρτάται από τις επενδύσεις, την καινοτομία και το ανθρώπινο δυναμικό. Σε ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από ταχεία τεχνολογική εξέλιξη και αυξανόμενες απαιτήσεις σε επίπεδο ποιότητας, κανονιστικής συμμόρφωσης και καινοτομίας, η ανάπτυξη δεξιοτήτων και η συνεχής επιμόρφωση του ανθρώπινου δυναμικού αποτελούν καθοριστικό παράγοντα ανταγωνιστικότητας. Η φαρμακοβιομηχανία είναι ένας από τους κλάδους που δημιουργεί ουσιαστικές ευκαιρίες για Ελληνες επιστήμονες υψηλής εξειδίκευσης, συμβάλλοντας ενεργά στην ενίσχυση της απασχόλησης και στην αντιστροφή της διαρροής ταλέντου. Στο πλαίσιο αυτό στηρίζουμε έμπρακτα το brain regain, μέσω της δημιουργίας ποιοτικών θέσεων εργασίας και της υλοποίησης στοχευμένων εκπαιδευτικών δράσεων. Ετσι, η Πανελλήνια Ενωση Φαρμακοβιομηχανίας έχει αναπτύξει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο εκπαιδευτικών πρωτοβουλιών. Κατ’ αρχήν έχουμε τα προγράμματα PEF Professional Development που εστιάζουν στην εκπαίδευση σε καίριους τομείς, όπως η διασφάλιση ποιότητας, οι κανονιστικές υποθέσεις, ο έλεγχος ποιότητας και η έρευνα και ανάπτυξη, καλύπτοντας κρίσιμες ανάγκες της σύγχρονης φαρμακευτικής παραγωγής. Φέτος υλοποιούνται ήδη πέντε δράσεις εκπαίδευσης για 300 νέους επιστήμονες και στελέχη, ενώ παράλληλα οι εταιρείες μας απασχολούν περισσότερους από 500 νέες και νέους μέσω προγραμμάτων πρακτικής άσκησης. Παράλληλα, ιδιαίτερη σημασία έχει η ίδρυση στην Τρίπολη, σε συνεργασία με το υπουργείο Παιδείας, της Ακαδημίας Επαγγελματικής Κατάρτισης Φαρμάκου της ΠΕΦ, με ειδίκευση στο επάγγελμα του παρασκευαστή φαρμάκων. Πρόκειται για την πρώτη δομή αυτού του είδους στη χώρα, η οποία συνδέει οργανικά την επαγγελματική κατάρτιση με τις πραγματικές ανάγκες της βιομηχανίας.
– Κοιτώντας στον ορίζοντα, ποιες είναι οι βασικές προτεραιότητες και οι στόχοι;
– Οι στρατηγικές προτεραιότητες της ελληνικής φαρμακοβιομηχανίας για την επόμενη περίοδο συγκροτούν ένα συνεκτικό πλαίσιο παρεμβάσεων, με στόχο τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του κλάδου, την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και τη μεγιστοποίηση της συμβολής του στην οικονομία και στη δημόσια υγεία. Πρώτον, καθίσταται αναγκαία η διαμόρφωση ενός βιώσιμου πλαισίου φαρμακευτικής χρηματοδότησης. Αυτό προϋποθέτει επαρκή δημόσια δαπάνη, σταδιακή κάλυψη, όπως σας είπα και νωρίτερα, του υφιστάμενου χρηματοδοτικού κενού και συστηματική μείωση των υποχρεωτικών επιστροφών, ώστε να αποκατασταθούν η ισορροπία και η προβλεψιμότητα στο σύστημα. Δεύτερον, απαιτείται η ουσιαστική ενίσχυση της εγχώριας παραγωγικής βάσης. Η Ελλάδα επενδύει στην παραγωγική της αυτάρκεια, ιδίως σε κρίσιμα φάρμακα, προκειμένου να αυξήσει την επάρκειά της. Στόχος είναι μια χώρα που παράγει, καινοτομεί και εξάγει, ενισχύοντας ταυτόχρονα τη θέση της ως αξιόπιστου παραγωγικού κόμβου φαρμακοβιομηχανίας στην Ευρώπη. Τρίτον, είναι κρίσιμη η συστηματική αξιοποίηση σύγχρονων εργαλείων διαχείρισης της φαρμακευτικής δαπάνης. Η εφαρμογή θεραπευτικών πρωτοκόλλων, η ανάπτυξη και αξιοποίηση μητρώων ασθενών, η χρήση δεδομένων πραγματικής ζωής και η ενσωμάτωση ψηφιακών λύσεων μπορούν να συμβάλουν καθοριστικά στον εξορθολογισμό της δαπάνης και στη βελτίωση της αποδοτικότητας του συστήματος υγείας. Τέταρτον, απαιτείται η περαιτέρω εμβάθυνση της διασύνδεσης μεταξύ παραγωγής, έρευνας, εκπαίδευσης και καινοτομίας. Η επένδυση στις δεξιότητες, η τεχνολογική αναβάθμιση και η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας υψηλής ποιότητας αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη διατηρήσιμη ανάπτυξη του κλάδου. Και αν θέλετε, πέμπτον, θεωρούμε απαραίτητο η πολιτεία να αναλάβει πιο ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση της νέας ευρωπαϊκής πολιτικής για τα κρίσιμα φάρμακα και τη στρατηγική παραγωγική αυτονομία. Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη επανεξετάζει τις παραγωγικές της προτεραιότητες και η Ελλάδα αναζητά ένα νέο, βιώσιμο αναπτυξιακό μοντέλο, η φαρμακοβιομηχανία αναδεικνύεται σε έναν κλάδο με υψηλή προστιθέμενη αξία, εξαγωγικό προσανατολισμό και σημαντική κοινωνική διάσταση. Πίσω από κάθε παραγωγική επένδυση, κάθε ερευνητική πρωτοβουλία και κάθε εξαγωγική δραστηριότητα βρίσκονται ασθενείς που χρειάζονται αξιόπιστη πρόσβαση σε θεραπείες και εργαζόμενοι που στηρίζουν με την εξειδίκευσή τους μια ευρύτερη εθνική προσπάθεια. Κατά συνέπεια, η ύπαρξη ενός σταθερού, προβλέψιμου και αναπτυξιακού θεσμικού πλαισίου δεν αποτελεί απλώς επιλογή πολιτικής, αλλά αναγκαία συνθήκη για να μετατραπεί η υφιστάμενη δυναμική σε ένα διαρκές και ουσιαστικό εθνικό κεφάλαιο.

