Το Βιετνάμ και η Νότια Κορέα συμφώνησαν την περασμένη εβδομάδα να ενδυναμώσουν τη συνεργασία τους στην πυρηνική ενέργεια και στις προηγμένες τεχνολογίες και να ενισχύσουν ζωτικές αλυσίδες εφοδιασμού, καθώς προσπαθούν να διαχειριστούν τις οικονομικές επιπτώσεις από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Οι δύο χώρες υπέγραψαν πάνω από 70 συμφωνίες με στόχο, μεταξύ άλλων, να επεκτείνουν τη συνεργασία τους σε κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού ορυκτών και να δημιουργήσουν ένα νέο κέντρο τεχνολογικής συνεργασίας για την υποστήριξη της στρατηγικής ανάπτυξης πόρων.
H Νότια Κορέα, που παραμένει ο μεγαλύτερος επενδυτής του Βιετνάμ, δεν είναι η μόνη που εμπιστεύεται το επενδυτικό κλίμα στη χώρα της νοτιοανατολικής Ασίας, καθώς αναδεικνύεται σε παγκόσμιο παραγωγικό κόμβο, υποστηριζόμενη από στρατηγικές συμφωνίες, σταθερή οικονομική ανάπτυξη και ενεργό συμμετοχή σε εμπορικές συμφωνίες.
Η πορεία του Βιετνάμ από τις στάχτες του παρελθόντος στον σύγχρονο παγκόσμιο οικονομικό χάρτη αποτελεί ένα από τα πιο εντυπωσιακά παραδείγματα κοινωνικοοικονομικού μετασχηματισμού στον 21ο αιώνα. Η αφετηρία αυτής της αλλαγής εντοπίζεται το 1986 με την υιοθέτηση της λεγόμενης πολιτικής «Doi moi» (Ανανέωση), η οποία άνοιξε τον δρόμο για τις μεταρρυθμίσεις της αγοράς, μετατρέποντας μια οικονομία που μαστιζόταν κάποτε από ακραίο πληθωρισμό και ελλείψεις και πλέον φιλοδοξεί να γίνει μια δυναμική χώρα μεσαίου – υψηλού εισοδήματος έως το 2030 και μια ανεπτυγμένη χώρα με υψηλό εισόδημα έως το 2045. Με το ΑΕΠ του να ξεπερνά πλέον τα 514 δισ. δολάρια και τον ρυθμό ανάπτυξης να αγγίζει το εντυπωσιακό 8,02%, το Βιετνάμ δεν είναι πλέον απλώς ένας περιφερειακός παίκτης, αλλά ένας κρίσιμος κόμβος στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού.
Τα στοιχεία για το 2025 είναι ενδεικτικά. Το ΑΕΠ της μεταποίησης αυξήθηκε κατά 10%. Το Βιετνάμ πρόσθεσε 265.000 νέες βιομηχανικές θέσεις εργασίας. Το μερίδιο των εργαζομένων που ασχολούνταν αποκλειστικά με τη γεωργία χαμηλής παραγωγικότητας μειώθηκε. Και οι μηνιαίες αποδοχές των μισθωτών αυξήθηκαν κατά 6%. Παρά το κλίμα αβεβαιότητας, οι άμεσες ξένες επενδύσεις παρέμειναν ισχυρές, γεγονός που αποτελεί καλό οιωνό για μελλοντικές εξαγωγές και ανάπτυξη, με το Βιετνάμ να προσελκύει πλέον σημαντικές επενδύσεις υψηλότερης τεχνολογίας, για παράδειγμα σε ημιαγωγούς και ηλεκτρικά οχήματα. Η Samsung, λόγου χάρη, σχεδιάζει να επενδύσει 4 δισ. δολάρια για την κατασκευή εργοστασίου συσκευασίας τσιπ στο βόρειο Βιετνάμ, καθώς ο μεγαλύτερος ξένος επενδυτής της χώρας επεκτείνει την παρουσία του στη χώρα. Η επένδυση στην επαρχία Thai Nguyen θα υλοποιηθεί σε διάφορες φάσεις, με την πρώτη να περιλαμβάνει δαπάνη 2 δισ. δολαρίων. Το Βιετνάμ έχει εξελιχθεί στη μεγαλύτερη παγκόσμια βάση κατασκευής τηλεφώνων της εταιρείας, με ένα ακόμη εργοστάσιο για την παραγωγή smartphones να ιδρύεται το 2013.
Η πορεία του Βιετνάμ ενισχύθηκε σημαντικά από τις διεθνείς γεωπολιτικές ανακατατάξεις. Ο εμπορικός πόλεμος ΗΠΑ – Κίνας λειτούργησε ως καταλύτης, ωθώντας τους μεγάλους κατασκευαστές να αναζητήσουν εναλλακτικές λύσεις εκτός της κινεζικής επικράτειας, με το Ανόι να είναι ένας από τους κύριους ωφελημένους της στρατηγικής «Κίνα συν ένα», η οποία έχει επιταχυνθεί από το 2020. «Το Βιετνάμ διατηρεί σχέσεις με 190 χώρες. Και βεβαίως έχει πολύ καλές σχέσεις και με την Κίνα. Οντως αναδεικνύεται σε έναν εναλλακτικό επενδυτικό προορισμό σε πολλούς τομείς, καθώς μεταξύ άλλων διαθέτει ανθρώπινο δυναμικό με δεξιότητες και ανταγωνιστικό μισθολογικό κόστος. Τα τελευταία χρόνια καταγράφεται αύξηση των επενδύσεων και του ενδιαφέροντος για ξένες επενδύσεις», λέει η πρέσβης του Βιετνάμ στην Αθήνα Παμ Τι Του Χουόνγκ.
Το Βιετνάμ αναδείχθηκε ο μεγάλος νικητής αυτής της μετατόπισης, προσφέροντας ανταγωνιστικό κόστος λειτουργίας και ένα σταθερό περιβάλλον για άμεσες ξένες επενδύσεις. Η χώρα όμως δεν αρκείται πλέον στον ρόλο του «φθηνού εργοστασίου». Τα στοιχεία του 2025 καταδεικνύουν μια σαφή στροφή προς τη μεταποίηση υψηλής αξίας, με την παραγωγή ηλεκτρονικών ειδών και ημιαγωγών να καταγράφει άλμα 21%, ξεπερνώντας τους παραδοσιακούς τομείς της ένδυσης και υπόδησης. Ολα αυτά δεν οφείλονται βέβαια αποκλειστικά στο διεθνές περιβάλλον και στη διαφοροποίηση των εφοδιαστικών αλυσίδων, αλλά και στην εγχώρια πρόοδο του Βιετνάμ και στις προσπάθειες εμπορικής ολοκλήρωσης με τον υπόλοιπο κόσμο.
Στην καρδιά αυτής της μεταμόρφωσης βρίσκεται η «διπλωματία του μπαμπού», μια αδέσμευτη εξωτερική πολιτική που επιτρέπει στο Βιετνάμ να διατηρεί ισχυρούς δεσμούς τόσο με την Ουάσιγκτον όσο και με το Πεκίνο. Αυτή η στρατηγική ισορροπία αντανακλάται και στις σχέσεις με την Ε.Ε., οι οποίες αναβαθμίστηκαν τον Ιανουάριο του 2026 σε ολοκληρωμένη στρατηγική εταιρική σχέση. Η συνεργασία αυτή δίνει έμφαση στον ψηφιακό μετασχηματισμό και στην πράσινη μετάβαση, ενώ παράλληλα ενισχύονται οι δεσμοί με την Ελλάδα, με αφορμή τη συμπλήρωση 50 ετών διπλωματικών σχέσεων και την κοινή στόχευση στη θαλάσσια οικονομία και την καινοτομία.

