Αρθρο του Αναστάσιου Τόσιου στην «Κ»: Νερό, από τη διάγνωση στην υλοποίηση

Αρθρο του Αναστάσιου Τόσιου στην «Κ»: Νερό, από τη διάγνωση στην υλοποίηση

Το ζήτημα του νερού στην Ελλάδα δεν είναι συγκυριακό ούτε εξαρτάται από έναν βροχερό χειμώνα ή μια πρόσκαιρη ανάκαμψη των ταμιευτήρων

4' 28" χρόνος ανάγνωσης

Το ζήτημα του νερού στην Ελλάδα δεν είναι συγκυριακό ούτε εξαρτάται από έναν βροχερό χειμώνα ή μια πρόσκαιρη ανάκαμψη των ταμιευτήρων. Οι πρόσφατες βροχοπτώσεις είναι ευπρόσδεκτες, αλλά δεν αλλάζουν το βασικό δεδομένο: η λειψυδρία στη χώρα έχει δομικά χαρακτηριστικά. Η περιορισμένη χωρητικότητα πολλών ταμιευτήρων δεν επιτρέπει την ασφαλή κάλυψη παρατεταμένων περιόδων ανομβρίας, γεγονός που καθιστά αναγκαία μια πιο συστηματική και μακροπρόθεσμη προσέγγιση.

Η συζήτηση πλέον δεν αφορά τη διάγνωση. Αυτή είναι σε μεγάλο βαθμό κοινή. Το ζητούμενο είναι η οργανωμένη μετάβαση στη φάση της υλοποίησης με ρεαλισμό, ιεράρχηση και μετρήσιμα αποτελέσματα. Μια μετάβαση που δεν απαιτεί μόνο τεχνικές λύσεις, αλλά κυρίως διοίκηση που να μπορεί να τις υλοποιήσει με θεσμική συνέπεια, οικονομική πειθαρχία και κοινωνική αξιοπιστία.

Πρώτο μέτωπο: οι απώλειες που επιβαρύνουν το σύστημα.

Σε αρκετές περιοχές της χώρας, σύμφωνα με διαθέσιμα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και εθνικών φορέων, οι απώλειες στα δίκτυα παραμένουν ιδιαίτερα υψηλές, φθάνοντας σε ορισμένες περιπτώσεις έως και το 40%-50%. Το ποσοστό απωλειών νερού δεν αποτελεί έναν ακόμη τεχνικό δείκτη, αλλά κυρίως οικονομικό και αναπτυξιακό ζήτημα.

Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η ουσιαστική μείωση απωλειών επιτυγχάνεται όταν συνδέεται με σαφείς στόχους, χρονοδιαγράμματα και συμβάσεις βάσει αποτελέσματος. Σε ευρωπαϊκές πόλεις που εφάρμοσαν τέτοιες πρακτικές, επενδύσεις μερικών εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ απέδωσαν άμεσα «νέο» διαθέσιμο νερό μέχρι να υλοποιηθούν τα εμβληματικά και απαραίτητα έργα ασφάλειας τροφοδοσίας.

Για την Ελλάδα, η προτεραιοποίηση της μείωσης απωλειών πριν από κάθε μεγάλη επέκταση υποδομών αποτελεί επιλογή οικονομικής λογικής και χρηστής διαχείρισης πόρων. Η συστηματική αντιμετώπιση των απωλειών νερού, με πλήρη χαρτογράφηση απωλειών και σταδιακή επέκταση της τηλεμέτρησης σε κρίσιμο μέρος των δικτύων μέσα στον επόμενο χρόνο, αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για κάθε επόμενη επένδυση.

Παράλληλα, η πιλοτική εφαρμογή συμβάσεων βάσει αποτελέσματος σε περιορισμένο αριθμό πόλεων ή νησιών μπορεί να λειτουργήσει ως επιταχυντής. Πρόκειται για πολυετείς συμβάσεις (10-20 ετών), όπου ο ανάδοχος αναλαμβάνει την ευθύνη αναβάθμισης, λειτουργίας και συντήρησης των υποδομών και αμείβεται με προκαθορισμένο ποσό και με πρόσθετα κίνητρα επίτευξης στόχων. Η κυριότητα των παγίων, η τιμολογιακή πολιτική και η ευθύνη είσπραξης παραμένουν στους δημόσιους φορείς, οι οποίοι διατηρούν πλήρη θεσμικό έλεγχο. Η επιτυχία ενός τέτοιου σχήματος προϋποθέτει σαφές κανονιστικό πλαίσιο, διαφανείς δείκτες απόδοσης και αυστηρή παρακολούθηση.

Η διεθνής πρακτική, από τη Δανία έως την Αυστραλία, καταγράφει ότι η διαφανής μέτρηση και τα σωστά κίνητρα μπορούν να μειώσουν την κατανάλωση κατά 10%-20%, χωρίς κοινωνικές εντάσεις και χωρίς οριζόντιες επιβαρύνσεις. Η αξιόπιστη τιμολόγηση με προστασία της βασικής κατανάλωσης ενισχύει τη δίκαιη χρήση και περιορίζει τη σπατάλη.

Η διαχείριση ζήτησης αποτελεί εργαλείο εξορθολογισμού που οδηγεί στα πλέον απαραίτητα έργα υποδομής. Η κλιμακωτή τιμολόγηση, με ρητή προστασία της βασικής κατανάλωσης, ήδη προβλέπεται από το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο και εφαρμόζεται από τη μεγάλη πλειονότητα των παρόχων. Η συνεπής και ομοιόμορφη εφαρμογή της σε όλα τα τιμολόγια –συμπεριλαμβανομένων των ειδικών κατηγοριών– αποτελεί βασικό εργαλείο εξισορρόπησης μεταξύ κοινωνικής ευαισθησίας και ορθολογικής χρήσης.

Η επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένων λυμάτων για άρδευση δεν είναι κάτι καινούργιο. Σε αρκετές χώρες της Μεσογείου εφαρμόζεται εδώ και χρόνια, μειώνοντας την πίεση στους φυσικούς πόρους και επιτρέποντας στο πόσιμο νερό να κατευθύνεται εκεί όπου είναι πραγματικά απαραίτητο. Οταν υπάρχουν σαφείς κανόνες και σταθερός έλεγχος ποιότητας, γίνεται μέρος της κανονικής λειτουργίας του συστήματος και όχι έκτακτο μέτρο.

Πώς διασφαλίζουμε επάρκεια και ανθεκτικότητα με μετρήσιμα αποτελέσματα.

Η αφαλάτωση, ιδίως για τα νησιά και τις παράκτιες αστικές περιοχές, προσφέρει μια αξιόπιστη δικλίδα ασφαλείας. Δεν αντικαθιστά τη συνετή διαχείριση, αλλά τη συμπληρώνει όταν οι υδρολογικές συνθήκες δυσκολεύουν. Σε ένα ενεργειακό σύστημα με αυξανόμενη παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές, οι μονάδες αφαλάτωσης μπορούν να λειτουργούν με μεγαλύτερη ευελιξία, αξιοποιώντας περιόδους αυξημένης διαθέσιμης ενέργειας. Ετσι, η παραγωγή νερού μπορεί να συμβάλει και στη συνολική εξισορρόπηση του ενεργειακού συστήματος.

Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι η επιλογή τεχνολογίας, αλλά η ένταξή της σε συνεκτικό εθνικό σχεδιασμό, που αντιμετωπίζει νερό και ενέργεια ως αλληλένδετα συστήματα. Με σαφείς όρους κόστους, ρυθμιστική εποπτεία και μακροχρόνια χρηματοδοτική προβλεψιμότητα, οι επενδύσεις αυτές μπορούν να υπηρετήσουν ταυτόχρονα την εθνική ανθεκτικότητα και τη βιώσιμη κινητοποίηση κεφαλαίων.

Η διαμόρφωση εθνικού πλαισίου επαναχρησιμοποίησης για άρδευση, με προτεραιοποίη-ση λεκανών που δέχονται αυξημένες πιέσεις, μπορεί να αποδεσμεύσει πολύτιμους πόρους πόσιμου νερού σε συνεργασία με τις τοπικές κοινωνίες.

Οι αναγκαίες επενδύσεις σε δίκτυα, ανθεκτικότητα υποδομών και επεξεργασία υδάτων εκτιμάται ότι ανέρχονται σε αρκετά δισεκατομμύρια ευρώ για την επόμενη δεκαετία, σύμφωνα με τα προγράμματα ανάπτυξης των εταιρειών και των δημοτικών επιχειρήσεων υδάτων στην Ελλάδα.

Η διεθνής πρακτική δείχνει ότι τέτοια μεγέθη απαιτούν συγκέντρωση τεχνογνωσίας, οικονομίες κλίμακας και καθαρή διάκριση ρόλων μεταξύ πολιτικής χάραξης, ρύθμισης και λειτουργίας. Το κράτος διατηρεί τον στρατηγικό έλεγχο και τη θεσμική εποπτεία. Η υλοποίηση, όμως, χρειάζεται οργανισμούς με διοικητική επάρκεια, πρόσβαση σε χρηματοδότηση και συστηματική λογοδοσία. Η διαρκής παρακολούθηση προόδου με δημόσια διαθέσιμους δείκτες απόδοσης ενισχύει την εμπιστοσύνη πολιτών και αγορών.

Το νερό αποτελεί βασική εθνική υποδομή. Η έγκαιρη και μεθοδική εφαρμογή μεταρρυθμίσεων δεν είναι μόνο περιβαλλοντική υποχρέωση. Είναι επένδυση στην ανθεκτικότητα, στην οικονομι-κή σταθερότητα και την αξιοπιστία της χώρας.

Η μετάβαση από τη στρατηγική πρόθεση στην πράξη είναι απαιτητική, αλλά εφικτή. Με σαφείς προτεραιότητες, θεσμική συνεργασία και διοικητική συνέπεια, μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα αποτελεσματικής δημόσιας πολιτικής που θωρακίζει τη χώρα για τις επόμενες δεκαετίες.

Η υλοποίηση ενός τέτοιου προγράμματος δεν απαιτεί μόνο θεσμικό σχεδιασμό, αλλά και διοίκηση με καθαρή εντολή, σαφή χρονοδιαγράμματα και λογοδοσία για συγκεκριμένα αποτελέσματα.

Η χώρα διαθέτει γνώση, πρόσβαση σε ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία και θεσμική εμπειρία. Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι η διατύπωση ενός ακόμη σχεδίου, αλλά η πειθαρχημένη υλοποίησή του με διαρκή παρακολούθηση αποτελεσμάτων.

*Ο κ. Αναστάσιος Τόσιος είναι πρ. αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος της ΕΥΔΑΠ Α.Ε.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT